Ο Γεώργιος Βιζυηνός εις την Πόλιν

του Γιάννη Πάσχου

Αχ Γιωργή μου, μικρό καραβάκι διάλεξες να διαβείς τον Βόσπορο. Πανιά στον αγέρα τρεμάμενα κι εσύ εκεί, με πείσμα να φθάσεις στην Κύπρο και μετά αλλού κι αλλού, μέχρι που αποκοιμήθηκες στο τιμόνι την ώρα  που η πλώρη αποκοβόταν και το σκαρί βούλιαζε στα βαθιά. «Ο Γ.Βιζυηνός. Εις την Πόλιν». Αρχές άνοιξης, στο Ζωγράφειο Λύκειο, στην Κωνσταντινούπολη, τριακόσιοι τόσοι μαθητές, εκπαιδευτικοί, καθηγητές , λογοτέχνες, ηθοποιοί, δημοσιογράφοι σε μια μοναδική συνάντηση. Το τέταρτο κατά σειρά μαθητικό Συνέδριο στην Πόλη, οικοδεσπότες ο Γιάννης Δερμιτζόγλου και η Άσπα Χασιώτη. Ψιλόβροχο και η οδός του Πέρα γεμάτη κόσμο. Παγωτά, λουκούμια, γύρος και σιροπιαστά, διάφορα μικρά δωράκια. Το ελληνικό προξενείο. Τα βράδια στο Γκαγκάριν για ένα ποτό ή ψηλά, στην πλατεία Ταξίμ, εκεί που λυγίζουν τα αρώματα των λουλουδιών και οι μυρουδιές του ντονέρ σε κυκλώνουν. Φωτογραφίες, κλικ και ξανά κλικ. Η αίθουσα του συνεδρίου ασφυκτικά γεμάτη, τόση νεολαία μαζεμένη Γιωργή μου δεν θα είδες ποτέ, ούτε στο μόνο της ζωής σου ταξίδιον δεν θα φαντάστηκες τόσο κόσμο να  συζητά για σένα. Κόσμος πολύς  και στον πύργο του Γαλατά και  στα γύρω δρομάκια. Ποδαρόδρομος κι ένα καφεδάκι στο  μικρό «cherry bean».

Βραδιάζει και κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς τι ώρα ήρθαν να σε πάρουν από το ραφτάδικο. Η βασιλοπούλα μόνη θάμεινε να σε νοσταλγεί, με τις σαράντα φορεσιές απλωμένες να μην αποφασίζει ποια θα φορέσει για να πενθήσει που την άφησες μονάχη. Μετά  από τόσα χρόνια μόνη έμεινε, παρθένα και αγέραστη κι εσύ δεν γύρισες ποτέ ξανά. Βερολίνα, Παρίσια, ψηλά καπέλα και φορεσιές παράξενες, ποιος περίμενες να σε αναγνωρίσει σε μια Αθήνα μίζερη και αυτιστική που κυνηγούσε την φουντωτή ουρά της; Ακόμη και η άνοιξη χάνεται μέσα στην συννεφιά. Κι όμως, η γέφυρα του  Γαλατά ήταν γεμάτη  κόσμο, άλλοι ψάρευαν και άλλοι συζητούσαν. Δυο-τρείς  νεαρές κοπέλες με μαντήλες και δυο κλωναράκια ανθισμένης αμυγδαλιάς στο χέρι. Φυσούσε αεράκι και οι βαρκούλες περνούσαν τον Βόσπορο, η μια μετά την άλλη, σαν κυνηγημένες. Αργά το βράδυ, πάνω από την ταράτσα του ξενοδοχείου Κορίν, φάνηκε να κατεβαίνει  μια σχεδία, πάνω της καλά στερεωμένο ένα μεγαλοπρεπές πιάνο με ουρά και μια κοπελιά όρθια, με ξανθά μαλλιά που άγγιζαν το νερό. Κάποιος είπε το όνομά της, όλοι έκαναν πως παραξενεύτηκαν. Η κυρία Φραβασίλη μόνη λίγο πριν το ξημέρωμα εις την Πόλιν; Οι άνθρωποι πάντα νοσταλγούν τους ανεκπλήρωτους έρωτες, ψιθύρισε  ένα νεαρός με φορεσιά δερβίση και κάνοντας μια στροφή χάθηκε μέσα σε άσπρο σύννεφο. Ότι και να διορθώσεις στη φωτογραφία σου Γιωργή μου, ότι και να θες να αλλάξεις δεν γίνεται. Ότι έκανες καλά καμωμένο. Ένα ρακί παρήγγειλε ο διπλανός μου  και ακούμπησε το δοξάρι πάνω στο βιολί. Κούρδικο είναι το τραγούδι, μονολόγησε, αλλά του κάναμε κάτι αλλαγές. Δυο κοπέλες σηκώθηκαν να χορέψουν. Τα φώτα  στο δρόμο αναβόσβησαν. Οι  μικροί μαθητές όλο το βράδυ δεν είχαν ησυχία, δυο φορές τους έκανε παρατηρήσεις ο ξενοδόχος. Την άλλη μέρα τραγουδούσαν όλοι μαζί τραγούδια  της Πόλης και τραγούδια για την Πόλη. Σε λίγες μέρες έχει συναυλία και ο Γιαν Γκαρμπάρεκ στο Τριλόκ.

Όπως ήταν στην ζωή του έτσι είναι και  τώρα, είπε μια γριά ντυμένη στα άσπρα σαν νύφη και χλωμή σαν φάντασμα. Καλό παιδί και σεβάσμιο, το στερνοπαίδι μου, δεν περίμενα να το χάσω κι αυτό, στέρεψαν τα δάκρυά μου, στέγνωσα, χρόνια έχω να δω τον ήλιο την αυγή. Αν και πολύ πρωί τα χαμάμ ήταν ανοιχτά. Από μακριά ακούστηκε η φωνή του μουεζίνη. Ακούστηκε  ο καλπασμός ενός αλόγου και μετά απλώθηκε μια περίεργη σιωπή, λες και η Πόλη άδειασε από ανθρώπους. Από το Καμπατάς, εκεί που αράζουν τα καράβια που τριγυρνούν στον Βόσπορο, ανέβαινε σιωπηλός,  με γρήγορο βήμα ένας κύριος κοντός με μούσι περιποιημένο και ψηλό καπέλο, φαινόταν να βιάζεται, έστριψε στην οδό Κατίπ Σελεμπί και χάθηκε. Σάββατο βράδυ οι μαθητές ξαναμμένοι και χαρούμενοι χόρευαν στο Μέγα Ρέμα. Η τελευταία μέρα του Συνεδρίου. Έτσι είναι η ζωή, όχι σαν εσένα Γιωργή μου που τα είδες όλα αλλά  επέλεξες την σκοτεινή πλευρά και τη  βαριά περπατησιά. Θα ’χες το λόγο σου Γιωργή μου για να διαλέξεις τόσο μικρό σκαρί για τα ταξίδια σου…