Γιατί η Μέρκελ κάλεσε τον Τσίπρα

Του Φώτη Παπούλια

Όταν χθες το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο στο γραφείο του πρωθυπουργού, ουδείς περίμενε την έκπληξη. Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής συνεργάτης της Γερμανίδας καγκελαρίου ευγενικά ζήτησε να οριστεί κάποια ώρα για να συνομιλήσει η Ανγκελα Μέρκελ με τον Αλέξη Τσίπρα.

Το ραντεβού κλείστηκε για τις 16.30, με τις εκτιμήσεις να κυμαίνονται από την πλήρη απαισιοδοξία μέχρι τη συγκρατημένη αισιοδοξία, αφού το κλίμα έντασης που έχει καλλιεργηθεί ανάμεσα σε Ελλάδα και Γερμανία δυσκόλευε τις όποιες προβλέψεις, ενώ η επικείμενη σύνοδος κορυφής Πέμπτη-Παρασκευή στις Βρυξέλλες, όπου εκεί έστω και σε τυπικό, διμερές επίπεδο οι δύο πολιτικοί θα συναντιόνταν, δυσκόλευε εξαιρετικά τις απαντήσεις στο ερώτημα «γιατί τώρα και όχι το διήμερο στις Βρυξέλλες».

Μετά τα τυπικά

Στις 16.30 το τηλέφωνο χτύπησε και -σύμφωνα με πληροφορίες- μετά τα τυπικά η Γερμανίδα καγκελάριος είπε στον Ελληνα πρωθυπουργό: «Θέλω να σας συναντήσω τη Δευτέρα ή την Τετάρτη», για να απαντήσει ο Αλ. Τσίπρας: «Ξέρετε, η Τετάρτη είναι εθνική γιορτή στην Ελλάδα και θα μου είναι εξαιρετικά δύσκολο». Η Γερμανίδα καγκελάριος συμφώνησε λέγοντας ότι «και για μένα η Τετάρτη είναι δύσκολη ημέρα» και το ραντεβού οριστικοποιήθηκε για την προσεχή Δευτέρα.

Η συζήτηση δεν έληξε εκεί. «Καλύτερα να τα λέμε από κοντά, και οι δυο μας, παρά μέσω τρίτων» φέρεται να είπε η Γερμανίδα καγκελάριος, για να συμφωνήσει ο Ελληνας πρωθυπουργός, και να συνεχίσει, πάντα με τις ίδιες πληροφορίες, η Γερμανίδα καγκελάριος: «Εχετε δυσκολίες. Δεν επίκειται κάτι το εξαιρετικό στη σύνοδο», και κάπου εκεί ολοκληρώθηκε η συνομιλία.

Η ανακούφιση ήταν διάχυτη στο μέγαρο Μαξίμου, αφού ο καταρχήν στόχος, να συναντηθούν οι δύο ηγέτες, είχε επιτευχθεί και ταυτόχρονα φαίνεται να αποκαθίσταται μία απευθείας γραμμή επικοινωνίας των δύο, χωρίς «μεσάζοντες» και «ενδιάμεσους», οι οποίοι κατά το δοκούν πυροδοτούσαν το κλίμα στις σχέσεις των δύο χωρών.

Με δεδομένο ότι το ελληνικό ζήτημα δεν συμπεριλαμβάνεται στην ατζέντα της συνόδου κορυφής, συνεργάτες του πρωθυπουργού εκτιμούσαν ότι «θα έχουμε τον απαραίτητο χρόνο να προετοιμαστούμε γι’ αυτήν τη συνάντηση», την οποία χαρακτήριζαν «εξαιρετικά απαραίτητη», σημειώνοντας με ικανοποίηση ότι η συνάντηση αυτή «παρακάμπτει το Εurogroup» δημιουργώντας την αίσθηση ότι μάλλον «θα οδηγηθούμε σε πολιτική λύση του ελληνικού ζητήματος».

Χτίσιμο σχέσεων

Βέβαια το διήμερο Πέμπτη-Παρασκευή, έτσι και αλλιώς το βάρος θα πέσει στις διμερείς και κατ’ ιδίαν συναντήσεις των μελών της ελληνικής κυβέρνησης με τους ομολόγους τους σε μια προσπάθεια να «ισχυροποιηθεί» το φιλικό μέτωπο που αργά αλλά σταθερά χτίζεται προς την πλευρά της Ελλάδας.

Είναι πάντως κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι η συνάντηση της Δευτέρας θα επισκιάσει τη σύνοδο κορυφής, τουλάχιστον σε επίπεδο εντυπώσεων, και παράλληλα θα επιτρέψει στην ελληνική αποστολή να εμφανιστεί ως ευρωπαϊκή δύναμη και εταίρος «ο οποίος σέβεται τις υποχρεώσεις του και ζητά και από την άλλη πλευρά να σεβαστεί τις δικές της».

Στο Μαξίμου, πάντως, δεν βιάζονται να βγάλουν το συμπέρασμα ότι η Γερμανίδα καγκελάριος κινείται σε διαφορετικό μήκος κύματος από τον υπουργό Οικονομικών Β. Σόιμπλε, αλλά θεωρούν ότι σε πρώτη φάση «μπορεί να τεθούν νέες βάσεις προσέγγισης ανάμεσα στις δύο χώρες», που ενδεχομένως θα οδηγήσουν σε νέα φάση και τις σχέσεις των Ευρωπαίων εταίρων στο σύνολό τους. Και βέβαια, δεν θέλουν να προβλέψουν τι θα γίνει στη σημερινή συνάντηση Μέρκελ - Ντράγκι, αφού «οιαδήποτε πρόβλεψη είναι εξόχως παρακινδυνευμένη», αν και θα έβλεπαν θετικά μια αλλαγή στη στάση του κεντρικού τραπεζίτη.

Απάντηση στη Ν.Δ.

Από την άλλη πλευρά, η συνάντηση αυτή αποτελεί και απάντηση στη Ν.Δ. και την ηγεσία της. Αν και το μέγαρο Μαξίμου κρατάει χαμηλούς τόνους, εν τούτοις το γεγονός της συνάντησης του Ελληνα πρωθυπουργού με τη Γερμανίδα καγκελάριο δημιουργεί ανεστραμμένη εικόνα από εκείνη που δημιουργούσε ο Αν. Σαμαράς και η συγκυβέρνησή του.

Για όσους στοιχημάτιζαν από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και ήταν αρκετοί, ότι ο πρωθυπουργός δύσκολα θα συναντούσε την κ. Μέρκελ, «το ραντεβού της Δευτέρας είναι η καλύτερη απάντηση», λένε συνεργάτες του πρωθυπουργού.