Μπετίνα Γκρατσιάνι

«Τι ήταν αυτό που σας έκανε να ξεχωρίσετε;» τη ρώτησαν κάποτε σε μια συνέντευξή της. «Σίγουρα όχι η ομορφιά, ωραίες γυναίκες υπάρχουν πολλές. Η προσωπικότητα κάνει τη διαφορά, αυτή σε βοηθά να ξεχωρίσεις από το πλήθος», απάντησε η Μπετίνα Γκρατσιάνι. Στη ρημαγμένη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο Ευρώπη ήταν εκείνη που συνέδεσε την εικόνα και το όνομά της με τα πρώτα, δειλά σκιρτήματα της γαλλικής μόδας, ενσαρκώνοντας το περίφημο New Look. Εγινε μούσα του Jacques Fath, του Givenchy, της Coco Chanel, του Christian Dior. Περπάτησε στις πρώτες «ταπεινές» πασαρέλες. Πόζαρε στο φακό θρυλικών φωτογράφων: από τον Irving Penn, τον Robert Doisneau και τον Willy Rizzo μέχρι τον Robert Capa και τον Henri Cartier-Bresson. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 θεωρούνταν η πιο φωτογραφημένη γυναίκα στη Γαλλία. Στην ουσία, υπήρξε το πρώτο τοπ μόντελ. Εφυγε από τη ζωή στις 2 Μαρτίου, σε ηλικία 90 ετών, έχοντας κάνει πράξη αυτό που πάντα συμβούλευε τους νέους ανθρώπους: «Ακολούθησε την καρδιά σου και μην μπλεχτείς με το μπουλούκι»...

H Σιμόν Μποντέν (αυτό ήταν το πραγματικό όνομά της) γεννήθηκε σε ένα χωριουδάκι της Νορμανδίας το 1925. Η μητέρα της, δασκάλα, μόνη και με αιματηρές θυσίες ανέθρεψε την ίδια και την αδελφή της Κατρίν, αφού ο σύζυγός της, εργάτης στους σιδηροδρόμους, είχε εγκαταλείψει την οικογένειά του όταν οι κόρες τους ήταν ακόμα πολύ μικρές. Το χόμπι της Σιμόν ήταν να σχεδιάζει ρούχα. Εβλεπε τα μεγαλύτερα κορίτσια που έρχονταν καλοντυμένα από το Παρίσι και σκάρωνε στο χαρτί τα δικά της ευφάνταστα σχέδια. Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας από τους Γερμανούς, το 1944, μάζεψε ό,τι καλύτερο είχε φτιάξει και έφυγε για την πρωτεύουσα, με όνειρο να γίνει σχεδιάστρια. Αρχισε να δουλεύει ως μπέιμπι σίτερ, περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία. Το 1947, μέσω ενός γνωστού, βρέθηκε στο ατελιέ του Jacques Costet. Εκείνος δεν έδειξε τόσο ενδιαφέρον για τις προτάσεις της όσο για την ίδια. Της ζήτησε να βάλει ένα πράσινο βελούδινο φόρεμα και να περπατήσει μπροστά του. Η καριέρα της ως μοντέλου είχε μόλις ξεκινήσει.

Η νεαρή από τη Νορμανδία έγινε σύντομα θέμα συζήτησης στους κύκλους των Γάλλων μόδιστρων. «Ηταν αναμενόμενο», είπε κάποτε η ίδια. «Ημουν νέα και είχα ένα ιδιαίτερο παρουσιαστικό: ύψος 1,67 μ. (ψηλή για τη γενιά μου δηλαδή), λυγερόκορμη κορμοστασιά, μπλε μάτια, κόκκινα μαλλιά κομμένα α λα γκαρσόν
- χωρίς μεϊκάπ». Από τις πολλές προτάσεις που της έγιναν δέχτηκε εκείνη του Jacques Fath, πρωτοπόρου της γαλλικής υψηλής ραπτικής. «Πώς σε λένε; Σιμόν; Δυστυχώς, έχω ήδη μια Σιμόν ανάμεσα στα μοντέλα μου. Εσύ μου μοιάζεις με... Μπετίνα», της είπε ο Fath, «ξαναβαφτίζοντάς» την! Κι εκείνη, μέχρι το θάνατό του, το 1954, παρέμεινε η πιο πιστή συνεργάτις του... Στη συνέχεια ακολούθησε τον βοηθό του, Hubert de Givenchy, στον οίκο μόδας που εκείνος δημιούργησε. Εγινε η μούσα του, τον ενέπνευσε να σχεδιάσει την περίφημη «Bettina blouse» (την μπλούζα με τα μανίκια-φραμπαλάδες που άφησαν εποχή) και να δημιουργήσει το πρώτο του άρωμα, το Amarige. Ηταν τότε που η Φρανσουάζ Σαγκάν στη Vogue έγραψε ένα διθυραμβικό άρθρο για εκείνη, με τίτλο «Η κόκκινη υπεροχή».

Η γυναίκα που θα γινόταν πριγκίπισσα

Η επαγγελματική πορεία της, πάντως, ορίστηκε περισσότερο από τα «όχι» παρά από τα «ναι» που είπε. Δεν συνεργάστηκε με τον Yves Saint Laurent, γιατί τον έβρισκε «κάπως βαρετό». Απέρριψε πρόταση της 20th Century Fox για καριέρα στο Χόλιγουντ -με συμβόλαιο που πολλές θα ζήλευαν- γιατί δεν ήθελε να φύγει από την πατρίδα της. Και το 1955, όταν ήταν περιζήτητη ως μοντέλο και αμειβόταν με το αστρονομικό ποσό των 7.000 φράγκων την ώρα (κάτι παραπάνω από 1.000 ευρώ σήμερα), αποφάσισε να εγκαταλείψει τα πάντα για το χατίρι ενός άντρα, του πρίγκιπα Αλί Χαν. Αλλωστε, αυτό που λαχταρούσε πιο πολύ ήταν ό,τι στερήθηκε: μια αγαπημένη οικογένεια.

Ο πρώτος της γάμος, με τον Benno Graziani, φωτογράφο του περιδικού Paris Match, είχε διαρκέσει μόλις δύο χρόνια
- όσο χρειάστηκε για να σβήσει ο ενθουσιασμός και των δύο. Τον Αμερικανό σεναριογράφο Peter Viertel, που για χάρη της είχε εγκαταλείψει την έγκυο σύζυγό του, τον χώρισε μόλις γνώρισε τον γοητευτικό πρίγκιπα, άρτι διαζευγμένο από τη Ρίτα Χέιγουορθ. Και μολονότι ο Χαν είχε τη φήμη του αδιόρθωτου πλεϊμπόι, η σχέση τους έδειχνε να στηρίζεται σε γερά θεμέλια. Αρραβωνιάστηκαν και εκείνη έλαμπε στο πλευρό του.
Ομως, το βράδυ της 12ης Μαΐου 1960, το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν συγκρούστηκε μετωπικά με ένα άλλο, σε προάστιο του Παρισιού. Ο Αλί Χαν, που οδηγούσε, ανασύρθηκε με βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και υπέκυψε λίγες ώρες μετά, στο νοσοκομείο. Η Μπετίνα έφερε μόνο ελαφριά τραύματα, αλλά έχασε το παιδί που κυοφορούσε. Η περιουσία του πρίγκιπα κληροδοτήθηκε στα τρία παιδιά του από τους προηγούμενους γάμους του, αλλά στη διαθήκη του είχε προβλέψει και ένα ουχί ευκαταφρόνητο ποσό για τη μνηστή του: 280.000 δολάρια, δηλαδή περίπου 2,2 εκατ. δολάρια σε σημερινά χρήματα.

Η επιστροφή στο μόντελινγκ ήταν ο δρόμος που ακολούθησε η 35χρονη τότε Γκρατσιάνι για να ξεπεράσει την οδύνη της απώλειας. Αποχώρησε οριστικά το 1967, έπειτα μάλιστα από μια σκληρή κόντρα με την Coco Chanel. Εκείνη την εποχή, η θρυλική σχεδιάστρια πρότεινε στα μοντέλα της να μην τρώνε τίποτα τα Σαββατοκύριακα για να χάσουν βάρος...

Μετά τον τραγικό θάνατο του Αλί Χαν δεν γνωρίζουμε τίποτα για την προσωπική ζωή της Μπετίνα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν ξαναπαντρεύτηκε, ούτε απέκτησε παιδιά. Μοναδικό πάθος της στις δεκαετίες που ακολούθησαν παρέμεινε η μόδα: εργάστηκε ως εκπρόσωπος Τύπου των οίκων Ungaro και Valentino, παρακολουθούσε τα πάντα, εξέφραζε πάντα την άποψή της με ωμή, καμιά φορά, ειλικρίνεια. Οσοι τη γνώρισαν μιλούν για μια γυναίκα που ξεχώριζε στον κόσμο της μόδας, γνωστό για την υπερβολή και τη ματαιοδοξία του, χάρη στην ταπεινότητά της. Η ίδια είχε δώσει, κάποτε, την εξήγηση: «Οταν ήμουν παιδί, κάθε πρωί, για να πάω στο σχολείο, έπαιρνα το ποδήλατό μου και διέσχιζα ατελείωτα παγωμένα χωράφια με λάχανα. Εμπειρίες σαν αυτή σε κάνουν αυτό που είσαι. Δεν σου επιτρέπουν να χάσεις τον έλεγχο...».