Μεγιστάνας ομολογεί «on air»: Εγώ τους σκότωσα όλους

Επιμέλεια: Μικαέλα Κόλλια

Με μια απρόσμενη ανατροπή λύθηκαν τρεις υποθέσεις δολοφονίας στις οποίες εμπλεκόταν ο Ρόμπερτ Νταρστ, απόγονος μιας από τις πιο γνωστές δυναστείες της Νέας Υόρκης,  που ασχολείται με ακίνητα και ειδικά με ουρανοξύστες. Ύστερα από τρεις δεκαετίες ερευνών, ένα ντοκιμαντέρ του HBO προσέφερε σημαντικό υλικό που οδήγησε στην εξιχνίαση δυο εγκλημάτων.

Παρόλο που ο εκκεντρικός απόγονος ήταν από την αρχή ο βασικός ύποπτος και βρισκόταν υπό στενή παρακολούθηση, είχε καταφέρει να πείσει της αρχές ότι δεν είχε καμία ανάμειξη στις δολοφονίες της συζύγου και ενός φίλου και γείτονά του. Τελικά, την Κυριακή 15/3,  κατά τη μετάδοση του έκτου και τελευταίου μέρους του ντοκιμαντέρ “The Jinx: The Life and Deaths of Robert Durst”, το πέπλο μυστηρίου που περιέβαλε για χρόνια την υπόθεση άρθηκε από τον ίδιο το Νταρστ, καθώς εμφανίστηκε να μονολογεί χωρίς να γνωρίζει πως τα μικρόφωνα είναι ανοιχτά: «Τι έκανα; Τους σκότωσα όλους, φυσικά».

Ο Νταρστ είχε αρχίσει να απασχολεί της αρχές ήδη από το 1982 με την εξαφάνιση της γυναίκας του, Καθλήν Νταρστ. Από τότε, ο εκκεντρικός Αμερικάνος μπήκε αρκετές φορές στη φυλακή για άλλα εγκλήματα, έκοψε κάθε δεσμό με την οικογένειά του, ξαναπαντρεύτηκε, και μήνυσε τον αδελφό του απαιτώντας 65 εκατομμύρια δολάρια από το μερίδιο της οικογενειακής περιουσίας.


Ο Ρόμπερτ Νταρστ με τη σύζυγο του Καθλήν

Εντούτοις, είχε καταφέρει να διατηρήσει την αθωότητά του ως προς την εξαφάνιση της πρώην συζύγου του, ενώ αρνούνταν οποιαδήποτε ανάμειξη στο θάνατο της φίλης της Σούζαν Μπέρμαν, το 2000 στο Λος Άντζελες. Αργότερα, το 2003, απαλλάχθηκε για τη δολοφονία του 71χρονου γείτονά του Μόρις Μπλακ, αφού έπεισε τους ενόρκους ότι όσο ζούσε στο Τέξας μεταμφιεσμένος σε γυναίκα και υποδυόμενος τον μουγγό, πυροβόλησε τον γείτονά του, διαμέλισε το πτώμα του και το πέταξε στο Γκάλβεστον Μπέι, ευρισκόμενος σε νόμιμη άμυνα.

Το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας, που απασχολεί την αμερικανική κοινή γνώμη εδώ και τρεις δεκαετίες, γράφτηκε την επομένη της μετάδοσης του ντοκιμαντέρ, με τη σύλληψη του Νταρστ στο ξενοδοχείο  Mariott, στη Νέα Ορλεάνη.

Σύμφωνα, μάλιστα, με έρευνα των New York Times, οι αρχές φοβούνταν ότι με την επαναφορά της υπόθεσης στην επικαιρότητα, εξαιτίας του ντοκιμαντέρ του HBO, ο Νταρστ θα έβρισκε ευκαιρία είτε να εξαφανιστεί από τη χώρα είτε να προετοιμάσει δυνατή γραμμή υπεράσπισης και να γλιτώσει για ακόμα μια φορά.

Οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ, ασχολήθηκαν σχεδόν 10 χρόνια με τη συγκεκριμένη ιστορία, ερευνώντας τη ζωή του Νταρστ, από την παιδική του ηλικία μέχρι σήμερα.  Σημαντική ήταν η ταυτοποίηση του γραφικού χαρακτήρα του Νταρστ που οδήγησε τις αρχές στη συλλογή αρκετών ενοχοποιητικών στοιχείων εναντίον του.  Αφού, είχαν τελειώσει τα γυρίσματα και το συνεργείο μάζευε τον εξοπλισμό του, ο Νταρστ ζήτησε να πάει στη τουαλέτα χωρίς να αφαιρέσει το μικρόφωνο του, με αποτέλεσμα να καταγραφεί ο ψίθυρός του καθώς μονολογούσε και παραδεχόταν την ενοχή του στον εαυτό του. Οι κινηματογραφιστές ανακάλυψαν το υλικό, δυο χρόνια από εκείνη τη μέρα. Έτσι, η ομολογία του Νταρστ, όταν ο ίδιος νόμιζε ότι δεν τον κατέγραφε η κάμερα,  ήρθε να δώσει την αναπάντεχη τροπή και οδήγησε στην ακαριαία σύλληψη του, πριν ο ίδιος προλάβει να αντιδράσει.

Όπως αναφέρουν οι ίδιοι οι σκηνοθέτες, Andrew Jarecki και Marc Smerling, «είχαμε ηθική υποχρέωση προς τις οικογένειες των νεκρών να βοηθήσουμε για την απόδοση δικαιοσύνης».

Αν και υπάρχει περίπτωση το δικαστήριο να μην αποδεχθεί το υλικό ως αποδεικτικό στοιχείο, τόσο οι οικογένειες των θυμάτων, όσο και του Νταρστ δηλώνουν ανακουφισμένες που δόθηκε επιτέλους ένα τέλος.