Ας φορέσω, λοιπόν, δέρμα ακριβής τσάντας...

του Κωστή Α. Μακρή

Κάτι μου φταίει…

Κάτι, λέω… Ή μήπως πολλά;

Πολλά είναι μάλλον αυτά που μου φταίνε. Άσχημες εικόνες, απειλητικά λόγια, δυσοίωνες προφητείες, μαχαίρια σηκωμένα πάνω από κεφάλια, βοηθημένα από το αόρατο χέρι ενός μοχθηρού θεού που μόνο στο κεφάλι του μαχαιροβγάλτη ξέρει να μιλάει σε μια ακατάληπτη ―για μένα― γλώσσα, σαν σε αποκλειστική συνέντευξη. Εικόνες ανθρώπων που κλαίνε, που φεύγουν, όλο φεύγουν… Για να πάνε πού;

Το άγγιγμά τους με πονάει σχεδόν, μου στερεί την ηρεμία, μου κλέβει χαρές, με τρομάζουν οι κραυγές των εικόνων τους.

Δύσκολο να βρω τι είναι αυτό που μου φταίει. Δύσκολο να βρω το όνομά του κι άρα να το ξορκίσω, να το ελέγξω, να το εξορίσω σ’ έναν τόπο επέκεινα νου και νοήσεως.

Είναι το δέρμα μου ίσως που μου φταίει πιο πολύ… Που είναι τόσο, πώς να το πω… Τόσο… Λεπτό; Φτηνό; Αδύναμο; Μυγιάγγιχτο;

Σαν να προσπαθείς να περιφρουρήσεις ένα κάστρο με ριζόχαρτο ή με μια μεμβράνη από φτερά τζιτζικιού• που μόνο το καλοκαίρι μπορούν να αντέξουν, αδύναμα στους χειμώνες. Διάφανο δέρμα έχω και το κάθε τι το διαπερνάει οδυνηρά.

Να! Βρήκα τη λέξη… Διαπερατό! Περνιέται εύκολα από τα εχθρικά πυρά. Πυρά είπα; Ποια πυρά; Πόλεμο έχουμε; Όχι ακριβώς, αλλά ούτε και ειρήνη, μπερδεύομαι με τις λέξεις κι αυτές μπερδεύονται με μένα, μπουρδουκλώνομαι με τις ειδήσεις, με το δέρμα μου που είναι τόσο λίγο ανθεκτικό σ’ αυτά τα απέξω που πολιορκούν τα απομέσα μου.

Αλλά ποιον τον νοιάζει το τι πολιορκεί το μέσα μου…

Ας μην έβλεπα κι ας μην άκουγα ειδήσεις. Ας μην έπιανα εφημερίδες και περιοδικά, ας μην τριγυρνούσα μέσα στην πόλη να μυρίζω τα σκουπίδια και το χνώτο του φόβου με τα χαμογελαστά δόντια. Ας μην έμπαινα στο μετρό κι ας μην άγγιζα το δέρμα το φολιδωτό εκείνης της τσάντας, που την κρατάει σφιχτά εκείνη που δακρύζει με τον πόνο της πατρίδας μου κι όχι με τον δικό μου καθώς βλέπω την καχυποψία της στο βλέμμα της αυτό το: «Τώρα… τι γυρεύει αυτός από μένανε;».

Και το γαμώτο είναι ότι δεν είναι κανένας ξένος ή ξένη αυτή, κάθε αυτή ή αυτός, που δακρύζει με τον πόνο των άλλων (αλλά να στέκεται και λίγο απόμακρα ο άλλος που πονάει, δεν είμαστε δα και ομόσταυλοι του πόνου!) και ξανά δακρύζει και κρύβει χαρτομάντιλα ξεμυξιστικά και δακρυόεντα μέσα σε μια πανάκριβη τσάντα. Φίλη και φίλος μου είναι και γνωστή και γνωστός κι ένα παιδί μου ίσως.

Και τα δάκρυά τους όλων αυτών είναι καυτά και με φλογίζουν και με πονάνε, λιωμένο μολύβι γίνονται που χύνεται στις λακούβες των ματιών μου για να γίνει βόλια για ένα αντάρτικο πόλης δίχως αντάρτες, δίχως πόλεις και χωρίς Καραϊσκάκη, Νικηταρά ή Δυσσέα Αντρούτσο.

Και έτσι γυρίζοντας δεξιά κι αριστερά το βλέμμα, ψάχνοντας κάτι να σκεπαστώ, να μην πονάω σαν γδαρμένη ζωντανή αλεπού ―ανελέητοι που είναι οι πολιτισμένοι, αλεπουδίτσα μου κυνηγημένη…― βλέπω σ’ εκείνο το αξεσουάρ, την τσάντα τη φολιδωτή και πανάκριβη, ένα ντύμα που σαν ταιριαστό μου φαίνεται «υπό τας παρούσας συνθήκας», πού τη θυμήθηκα την καθαρεύουσα, και μου το ’λεγε ο φιλόλογος στην Τετάρτη Γυμνασίου: «Γράφε στην καθαρεύουσα και μην πολιτικολογείς», και μου ’βαζε κι ένα εντεκάρι, ίσα ίσα πάνω από τη βάση, για να έχω βάσεις μετά στη ζωή μου, να μη γίνω ένα γδαρμένο ανθρώπινο κουρέλι, ένα τομάρι χωρίς τομάρι να με προστατεύει από τις καθαρές κουβέντες, που όμως δεν λέγονται καθαρεύουσες, καθαρές λέγονται, και όσοι τις λένε είναι αυτάρεσκοι και καμαρώνουνε που λένε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη αλλά εμένα μ’ αρέσει μερικές φορές να λέω τα σύκα «μιαμ! Γλύκα είναι!» και τη σκάφη να τη λέω «δεν τη θέλω τη σκάφη! Θέλω μπανιέρα εμαγιέ και καθαρή και θερμοσίφωνα και μοσχομυριστό σαπούνι κι αφράτες καθαρές πετσέτες!» γιατί η σκάφη δηλώνει φτώχεια και η φτώχεια με πληγώνει ―είτε δικιά μου είναι ή και των άλλων― και πολλά με πληγώνουν και καθώς δεν έχω τον τρόπο να μπάσω μέσα στου πλούτου τα αστραφτερά λουτρά όλα τα άπλυτα παιδιά του Κόσμου, να δυναμώσω το δέρμα τους με κρέμες ενυδατικές και σύσφιξης δεσμών των επιδερμικών τους κυττάρων, να αντέξουν τις καταιγίδες της λάσπης που τα απειλούν, και διαλέγω το θύμα μου με το φολιδωτό πανάκριβο αξεσουάρ, κι αποφασίζω χωρίς δεύτερη σκέψη:

«Ας φορέσω, λοιπόν, δέρμα ακριβής τσάντας!»

Και τρομάζει εκείνη που την τσάντα της με δόλο και ορμή αρπάζω και γρήγορα, αστραπιαία σχεδόν, χώνομαι ολόκληρος μέσα της και την ενδύομαι σαν πανοπλία ή σαν την αφοβιά την ίδια, απλωμένη από πάνω ως κάτω σαν εκτεταμένο και εθνεγερτικό ποίημα.

Κι από τότε, με βλέπουν οι πολλοί και τρομάζουν.

Σαν να χώθηκα στο κορμί ενός γενναίου κροκόδειλου, με χαμογελαστό πριονωτό στόμα και δάκρυα που τρέχουν ασταμάτητα.

Γιατί δεν είναι κι ό,τι καλύτερο να ντύνεσαι το δέρμα μιας ακριβής τσάντας για να κρύψεις τα δάκρυά σου που τελικά, ακόμα κι έτσι, και καυτά παραμένουν και δεν κρύβονται. Και είναι πολλοί οι ανίδεοι που τα λένε “κροκοδείλια” αυτά τα δάκρυα, για να σε διαβάλλουν ως υποκριτή.

Αλλά δεν είμαι υποκριτής.

Απλά αναζήτησα ένα πιο χοντρό δέρμα. Να αντέξω λίγο περισσότερο…

Είναι και που τον Μάρτιο συνηθίζεται να μεταμφιεζόμαστε, εμείς οι Έλληνες, σε κάτι το πιο ηρωικό, το πιο σκληραγωγημένο, σε κάτι που παρελαύνει με περηφάνια και με το χαμόγελο στα χείλη και με το βλέμμα υψιπετές, πολύ υψιπετές και πολύ πιο πάνω από τις μουντζούρες στις καρδιές των παιδιών και πολύ ψηλότερα από τους ανιστόρητα ιστορημένους τοίχους του Πολυτεχνείου.

Και θέλω εδώ να δηλώσω ότι με το νέο μου δέρμα νιώθω πολύ πιο γενναίος, πολύ πιο μύωψ στις μουντζούρες ―λόγω των δακρύων ίσως― και πολύ πιο αναίσθητος στις κραυγές του πόνου.

Και ―«υπό τας παρούσας συνθήκας»― σημαντικά πιο ανθεκτικός.

Αλλά, γαμώτο, αυτά τα δάκρυα… Δεν λένε να σταματήσουν.

Ίσως, τελικά, κλαίνε και οι γενναίοι κροκόδειλοι.

Ακόμα κι όταν πάψουν να είναι τσάντες.

Κάτι το δειλό, φαίνεται, το έχουν στο όνομά τους…