Θές με ὡς σφραγῖδα ἐπὶ τὸν βραχίονά σου

του Sraosha

Η υπόθεση "έμπνευση" μού είναι ελαφρώς ακατανόητη.

Θέλω να πω, έμπνευση βρίσκεται παντού. Η δουλειά που πρέπει να επακολουθήσει είναι το πρόβλημα. Βεβαίως, μπορεί να τα λέω αυτά γιατί δεν είμαι ιδιαίτερα δημιουργικός άνθρωπος: από μουσική νούλλα, από εικαστικά Α' Γυμνασίου (και έχω χάσει την παιδική αφέλεια και δεν ξέρω να βλέπω) κι ατάλαντος, από πλοκή και ποίηση άχαχαχα. Πάντως την όποια έμπνευση συνήθως την περιμένω ήσυχα να έρθει. Τις περισσότερες φορές όταν ακούω μουσική ζωντανά ή σε δημόσιο χώρο -- και μετά ψάχνω εναγωνίως να σημειώσω ιδέες, συνήθως στο κινητό, άντε σε καμιά απόδειξη με το στυλό της σερβιτόρας.

Ναι, νομίζω ότι για να έρθει η έμπνευση πρέπει πρώτα να χαλαρώσεις λίγο. Να χαζέψεις και να αφεθείς. Γι' αυτό και οι δημιουργικοί άνθρωποι έχουν ενταγμένους περιπάτους στην καθημερινή τους ρουτίνα. Καμιά φορά βοηθάει το κρασί. 'Όχι η μπύρα, κατουριέσαι. Όχι το ουίσκι, χαλάει. Όχι το τζιν, ερεθίζει (ναι, λαγνικά).

Μιλώντας για καύλα, συμβαίνει κάτι πολύ ενδιαφέρον. Υπάρχουν φορές που έχεις κάνει έρωτα και περπατάς στον δρόμο, ή είσαι στο ντουζ, ή σε κάποιο ταξί ίσως, και συνειδητοποιείς ότι μόλις άλλαξε η ζωή σου, ότι μόλις άνοιξε μια ζωή μέσα στη ζωή σου, όπως -- λέει -- αναδύονται μικροσύμπαντα σαν αφρός μέσα από το δικό μας σύμπαν, το γνωστό και μη εξαιρετέο. Είναι κάτι φορές που φοράς τα ρούχα σου μετά ή τις μπυτζάμες σου και απλώς δεν πιστεύεις ότι έζησες κάτι τόσο -- πώς να το πω; Δεν θέλω να το πω "θεοτικό" και τέτοια: φτάνει πια με τις εξιδανικεύσεις και τις ερωτικές μεταφυσικές. Δεν πιστεύεις λοιπόν ότι έζησες ό,τι έζησες, ήτανε τρελό γαμήσι αλλά και πέρα και πιο δυνατό και πιο μακριά από τρελό γαμήσι. Είναι κάτι που η ανθρώπινη γλώσσα δεν έχει εξελιχτεί να διατυπώσει χωρίς να καταφεύγεις σε μεταφορές και σε μίζερες περιφράσεις. Κι έτσι στέκεσαι βουβά απέναντί του, αναπολείς τα καθέκαστά του, μισοξανακαυλώνεις. Σκιρτάς και λίγο. Χαμογελάς, επικαλείσαι ονομαστικά εκεί κι έναν όποιο Θεό, όχι από φόβο αλλά από καθαρή ευγνωμοσύνη.

Και σε λίγο αυτή η ζωή που αναδύθηκε αυθόρμητα και δυνατά, η καύλα, ο ίμερος, η ερωτοπραξία, το σκοτεινό κύμα των οργασμών που χτυπάει, η καθαρή χαρά μετά, το ξανά και ξανά, όλα μαζί αναλαμβάνονται στο στερέωμα της νοσταλγίας, αναλαμβάνονται από τη μνήμη. Σε λίγες ώρες, το επόμενο πρωί λόγου χάρη, δεν θα ξέρεις αν έζησες ό,τι έζησες πριν είκοσι, δέκα, πέντε, τρία, δύο χρόνια, πέρυσι, πριν έξι μήνες ή πριν ένα μήνα -- πάντως το προηγούμενο βράδυ, αποκλείεται, με τίποτα. Και θυμάσαι στιγμές στο φως και αφές και μυρωδιές και γεύσεις αλλά πιο πολύ θυμάσαι την ακατάβλητη μακαριότητα και την ανεκλάλητη χαρά, την παρουσία της γυναίκας. Και λες "για να το έζησα αυτό" -- κι ας νομίζεις ότι ήτανε μήνες και χρόνια πριν πια -- "για να το έζησα αυτό, κάτι καλό έφερε σ' εμένα κι η ζωή".