Διάβασα το «Αντί Στεφάνου»

του Άρη Δαβαράκη

Μετά από αρκετούς μήνες διάβασα πάλι ένα βιβλίο. Τίτλος του «Αντί Στεφάνου».  Συγγραφέας του ο Γιάννης Μακριδάκης. Και θέλω εδώ να γράψω δυό λόγια σχετικά, χωρίς βέβαια να παριστάνω ούτε τον κριτικό ούτε τον ειδικό ούτε και τίποτε άλλο.

Θα ξεκινήσω από την αρχή: «Δεν ευδοκίμησε τελικά ως νεκροθάφτης στη θέση του Ευταξία ο Στέφανος ο Λαδικός». Έτσι ξεκινάνε όλα τα βιβλία που έχω αγαπήσει: Με μια βουτιά που σε παίρνει μαζί της και σε βάζει από την πρώτη κιόλας φράση μέσα στην νουβέλα ή το μυθιστόρημα. Ούτε πρόλογοι, ούτε χρονικοί προσδιορισμοί, ούτε ιστορικές σκηνογραφίες και άσκοπες φλυαρίες. Αυτή είναι η τέχνη της λογοτεχνίας και δεν υπάρχει ούτε ένα σπουδαίο βιβλίο στην ιστορία της που να μην ξεκινά έτσι – με βουτιά.

«Σπουδαίο βιβλίο» είπατε;  Ε, ναι. Ο Μακριδάκης δεν γράφει επειδή αποφάσισε πως αυτή είναι η δουλειά του και έτσι θα βιοποριστεί και θα «μετρήσει» στους λογοτεχνικούς κύκλους. Καμία σχέση. Γράφει γιατί το ευχαριστιέται, πειραματίζεται, διασκεδάζει και προχωράει στο μονοπάτι του στο οποίο αφήνεται γιατί του έχει εμπιστοσύνη και ξέρει πως θα τον βγάλει εκεί που τον οδηγεί η ψυχή του. Έχει πολύ ισχυρή πίστη τελικά αυτός ο «φυσικός καλλιεργητής και συγγραφέας». Ξέρει δηλαδή  ότι κάπου πάει - δεν ανησυχεί για την αρμονία του οικοσυστήματος και για την τάξη που επικρατεί στο χαώδες σύμπαν μας. Γι’ αυτό και μπορεί να διασκεδάζει ακόμα και με τον θάνατο που οι περισσότεροι τον φοβούνται.

Σας αντέγραψα πιο πάνω την πρώτη φράση. Να και η δεύτερη: «Μοναχά μιά κηδεία πρόλαβε να διεκπεραιώσει και αυτή ήταν της μητέρας του». Ξέρετε εσείς κανέναν άλλον λογοτέχνη να «παίζει» τόσο καθαρό, ωραίο παιχνίδι με τις 25 πρώτες λέξεις του βιβλίου του -συμπεριλαμβανομένων και των άρθρων; Πάρτε και την τρίτη φράση για να σιγουρευτείτε ότι αυτός ο λογοτέχνης δεν είναι σαν τους άλλους: «Διότι η Πάτρα, εκ του Κλεοπάτρα, Λαδικού, το γένος Κουμά, η επονομαζόμενη και Ξυλαγγούρω κάποτε, όταν ήταν ακμαία, υπο των ζηλοφθόνων γυναικών της μικράς νήσου, απεβίωσε αιφνιδίως σε ηλικία 66 ετών, πιθανότατα από ανακοπή καρδιάς σύμφωνα με την γνωμάτευση του αγροτικού γιατρού, τρεις μόλις μέρες αφότου ανέλαβε καθήκοντα εντός νεκροταφείου ο μοναχογιός της.»

Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα σας. Μετά από αυτές τις τρείς "στάσεις" στην πρώτη κιόλας σελίδα, δεν θες να ξεκολλήσεις από το βιβλίο – αλλά δεν θές και να το τελειώσεις. Έχεις στα χέρια σου ένα έργο τέχνης – και αυτό από μόνο του είναι μια αίσθηση πολύ ιδιαίτερη. Η γλώσσα που διάλεξε να χρησιμοποιήσει σ’ αυτό το βιβλίο του ο Μακριδάκης είναι σαν να σου σκάει και αυτή το πιο φιλικό της χαμόγελο. Γιατί την διάλεξε; Τι εξυπηρετεί; Τι θέλει να πεί διαλέγοντάς την;  Χιλιάδες ερωτήματα χωρίς απάντηση και χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Όταν ακούς ένα έργο για πιάνο του κλασσικού συνθέτη που αγαπάς, δεν μπαίνουν σκέψεις στο μυαλό σου γιατί το χαίρεσαι, το απολαμβάνεις, σου ομορφαίνει τις στιγμές.

Έτσι και εδώ, στο «Αντί Στεφάνου».  Παίζοντας με τον θάνατο γύρω από το νεκροταφείο του χωριού, ο Μακριδάκης το διασκεδάζει και η τέχνη του ελευθερώνεται και δημιουργεί κάλλος, αρμονία, χαρά, απόλαυση. Δεν υπάρχουν εδώ «συμβολισμοί» και βαθειά νοήματα όπως δεν υπάρχουν και στη μουσική του Μπαχ ή στα τραγούδια του Χατζιδάκι. Επικρατεί η μεγάλη ανακούφιση που αισθάνεται ο αναγνώστης – ο οποίος νοιώθει ιδιαίτερα πλούσιος ανακαλύπτοντας, μέσα στο παιχνίδι των λέξεων την δυνατότητα της απόλυτης ελευθερίας που μόνο η τέχνη μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο.

Η λογοτεχνία είναι μια πολύ παρεξηγημένη υπόθεση. Μπερδεύουν μερικοί την αφήγηση μιας ερωτικής, ας πούμε, ιστορίας με φόντο την Κωνσταντινούπολη (λέμε τώρα) επί Ιουστινιανού, με την τέχνη του μυθιστορήματος ή της νουβέλας.

Στο «Αντί Στεφάνου» (για εμένα βέβαια μιλάω) η μεγαλύτερη απόλαυση προέκυψε από την ικανότητα του συγγραφέα, χωρίς να περιγράφει τίποτα, να ζωντανεύει με ένα μαγικό τρόπο (το μυστικό της τέχνης του) έναν κόσμο που μόνο μέσα στο μυαλό του βρίσκεται – και θέλει να αρθρωθεί. Αυτό και τίποτε άλλο μεγάλο και σπουδαίο.

Διαβάζεις το "Αντί Στεφάνου" χωρίς να εκλογικεύεις. Σαν να ακούς τη μουσική που αγαπάς και που, αν σε ενδιαφέρει, έχει τις αντιστοιχίες της στα μαθηματικά, τους αριθμούς, την άλγεβρα. Σαν να ακούς Μπάχ, ας πούμε, αλλα δεν σε ενδιαφέρει η μαθηματική αντιστοιχία της κάθε νότας του Μπαχ.

Ακούς και απολαμβάνεις την φυσική ζωή της Τέχνης...