8 Μαρτίου:Λόγος για την ισότητα των πολιτών

Της Μαριέττας Γιαννάκου

Η 8η Μαρτίου καθιερώθηκε ως επέτειος της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας σε μια εποχή που ακόμη και ο δυτικός κόσμος θεωρούσε νομικά και κοινωνικά τη γυναίκα ως β’ κατηγορίας πολίτη. Σήμερα την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της οικονομικής κρίσης σε πολλές χώρες η αντιμετώπιση της γυναίκας ως ατόμου εξακολουθεί να υποβόσκει ως επίμαχο θέμα.

Έχουν περάσει είκοσι χρόνια από τη διακήρυξη του Πεκίνου για την ίση μεταχείριση γυναικών και ανδρών και ο στόχος δεν έχει επιτευχθεί. Σε πολλές χώρες του τρίτου κόσμου ιδιαίτερα σ’ αυτές όπου κυριαρχεί η θρησκοληψία σε συνδυασμό με την έλλειψη εκπαίδευσης και τη φτώχεια δεν υπάρχει καν στόχος. Στις ανεπτυγμένες χώρες η δυναμική όπου αναπτύχθηκε για την ισότητα εμφανίζει καθήλωση αν όχι οπισθοδρόμηση. Η ανεργία των γυναικών ιδιαίτερα στις χώρες του νότου της Ευρώπης με πρωταθλήτρια την Ελλάδα έχει ανέλθει στο επίπεδο του 29,2% και ανέρχεται στο 56,6% στις νέες γυναίκες. Το χάσμα αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών παραμένει υψηλό καθώς και η χαμηλή εκπροσώπηση στις θέσεις ευθύνης, παρά το γεγονός ότι σε επίπεδο εκπαίδευσης οι γυναίκες πλεονεκτούν και στην αριστεία και στον αριθμό των υψηλά εκπαιδευμένων.

Η κοινωνία μας έχει επενδύσει επί των γυναικών και γι’ αυτό έχει καταβληθεί κόπος και θυσίες .Αναμένει λοιπόν η επένδυση αυτή να αποδώσει για την ανάπτυξη και το καλό της κοινωνίας. Επειδή αυτό τελικά δεν συμβαίνει η κοινωνία στερείται από πολύτιμους πόρους , νέες ιδέες και αντίστοιχες πολιτικές.

Όλα αυτά, ενώ η συμμετοχή των γυναικών στην περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση στα ανώτατα ιδρύματα εκπαίδευσης και στις γενικές εκλογές η συμμετοχή των γυναικών έχει αυξηθεί. Ωστόσο οι καίριες θέσεις ευθύνης και αποφάσεων καταλαμβάνονται πάλι από άνδρες προπάντων μέσω της βαθιάς ριζωμένης νοοτροπίας και των παρωχημένων αντιλήψεων.

Στο χώρο της οικονομίας , όπως υπολογίζουν τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στην οικονομία θα μπορούσε να οδηγήσει σε διψήφιο ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε θετική εξέλιξη και για την ίδια την ελληνική οικονομία.

Στην Ευρώπη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου αλλά και της κρίσης επτά γυναίκες πεθαίνουν καθημερινά από ανδρική βία. Μία στις πέντε πέφτει θύμα ενδοοικογενειακής βίας και σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο εργασίας και μία στις δέκα είναι θύμα σεξουαλικής βίας. Τα στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών δείχνουν ότι το 80% των θυμάτων της βίας και το 85% των θυμάτων παράνομης εμπορίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης είναι γυναίκες. Υπολογίζεται μάλιστα ότι η ενδοοικογενειακή βία κοστίζει 17,5 δις ευρώ ετησίως σε διεθνές επίπεδο. Πέραν του σωματικού, ψυχολογικού , οικογενειακού αλλά και του κόστους αξιοπρέπειας για τα θύματα. Στη χώρα μας οι δομές υποστήριξης των θυμάτων οικογενειακής βίας παραμένουν ελλιπέστατες.Όσο για τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας , αυτή αναμένει την επικύρωσή της από τα κράτη.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η νοοτροπία μπορεί να καταπολεμηθεί με την ανάλογη στάση των κέντρων λήψεως αποφάσεων διαπιστώνεται ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης και ιδιαίτερα κατά την τελευταία τριετία οι πολιτικές ηγεσίες αδιαφόρησαν πλήρως για την αξιοποίηση των γυναικών σε κυβερνητικές θέσεις και έγιναν αντικείμενο δυσμενέστατων σχολίων μεταξύ άλλων και για την κραυγαλέα διάκριση εις βάρος των γυναικών.

Η παρούσα μάλιστα κυβέρνηση που επαίρεται για τις αριστερές της καταβολές, μιμήθηκε απολύτως την προηγούμενη. Γεγονός που αποδεικνύει ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο.

Είναι προφανές ότι εμείς που πιστεύουμε στην αξία των γυναικών, στη δύναμή τους, στην ικανότητά τους να βλέπουν συνολικά την κοινωνία και να αναλαμβάνουν πολλαπλούς ρόλους με επιτυχία, εμείς που ελπίζουμε σε μια νέα κοινωνία για το μέλλον, που δε θέλουμε να καταρρεύσει το οικοδόμημα των αρχών και αξιών της Ευρώπης πρέπει να ξαναβάλουμε το μείζον θέμα της ίσης μεταχείρισης στην καρδιά της πολιτικής. Η ισότητα των πολιτών και η ισοτιμία ανδρών και γυναικών δεν αποτελεί ιδιαίτερο προνόμιο αλλά προϋπόθεση κοινωνικής ανάπτυξης σε πραγματικά υγιείς βάσεις.