Ειρήνη Σκυλακάκη

Τρυφερές ερμηνείες, pop-folk ατμόσφαιρες, ερωτικές μπαλάντες που μιλούν για την αβεβαιότητα των σχέσεων, γραμμένες σε δεύτερο πρόσωπο. Θυμίζουν αμερικανικές ροκ μπαλάντες και λίγο από το δικό μας νέο κύμα, αν και η Ειρήνη Σκυλακάκη ήταν αγέννητη όταν καθιερώθηκε αυτός ο ήχος. Προτιμά να λέει ότι ο δεύτερος δίσκος της έχει πιο βρετανικό χρώμα.

«Είναι σαν εσωτερικός διάλογος». Ετσι περιγράφει τα τραγούδια της. Προφανώς είναι εμπνευσμένα από μια ερωτική σχέση. «Τα έγραψα σε μια ενιαία περίοδο» απαντά. Το κομμάτια του δεύτερου άλμπουμ της, που έχει τίτλο «Before dawn» (εκδ. Cobalt Music), έχουν τη μορφή μιας ιστορίας. Με το πρώτο και το τελευταίο τραγούδι να παίζουν τον ρόλο του προλόγου και του επίλογου.

Θα τα ακούσει το κοινό στο Fuzz Club όπου θα τα παρουσιάσει με την πολυμελή μπάντα της στις 21 του μηνός, μαζί με κομμάτια από το «In The Light», με το οποίο μάς συστήθηκε το 2012. Αλλά και διασκευές αγαπημένων της τραγουδιών: από Bob Dylan και Joan Baez μέχρι Lumineers και Alt-J.

Το αίσθημα του κενού

Γράφει όταν ζορίζεται, «όταν δεν είμαι πολύ καλά». Αντίθετα, όταν είναι χαρούμενη, δεν νιώθει αυτή την ανάγκη. «Το αίσθημα του κενού με παρακινεί, πιάνω αυτόματα την κιθάρα και αρχίζω να πειραματίζομαι».

Πρόσφατα συνειδητοποίησε πως ξεχωρίζει όσα γράφει. «Συνήθως, γράφω ένα κουπλέ κι ένα ρεφρέν. Αν περάσουν οι μέρες κι εξακολουθώ να θυμάμαι τους στίχους και τη μελωδία, τότε το ηχογραφώ».

Αναρωτιέται κανείς τι έχουν πάθει πολλοί δημιουργοί της γενιάς της, γυναίκες οι περισσότερες, και γράφουν μόνο αγγλόφωνα κομμάτια. Στο ξεκίνημα δοκίμασε τον ελληνικό στίχο, «αλλά επειδή ακούω κυρίως ξένη μουσική, μου βγαίνει αυθόρμητα ο αγγλόφωνος στίχος». Οχι πως δεν είχε ελληνικά ακούσματα. «Οι γονείς μου (σ.σ.: πατέρας της είναι ο Θόδωρος Σκυλακάκης, πρόεδρος της «Δράσης»), όταν μας πήγαιναν με την αδερφή μου Μαριάννα ταξίδια, άκουγαν Διονύση Σαββόπουλο και Μάνο Χατζιδάκι, επίσης Μπομπ Ντίλαν, Μπιτλς και Μπόουι». Οσο για τις δικές της επιλογές, κάπου ανάμεσα στους Laura Marling, Regina Spektor, Mumford and Sons και Johnny Flynn.

Το όνειρο της καριέρας στο εξωτερικό φαίνεται να αντέχει και στη δική της γενιά. «Στατιστικά είναι αδύνατον, αλλά είναι πιο εύκολο να γράψω στη γλώσσα εκείνων που απευθύνομαι. Ζώντας και σπουδάζοντας τέσσερα χρόνια Νομική στο Λονδίνο, είμαι πιο κοντά σ’ αυτό το κοινό». Κι όσο και αν κομπάζουμε ότι οι Ελληνες είναι οι πιο θερμοί ακροατές, λέει πως «στην Αγγλία ένιωσα ένα παλμό που δεν έχω βιώσει ακόμη εδώ». Το πρώτο κοινό, πάντως, το έζησε σε μικρά αθηναϊκά μπαράκια. Κι όσο κι αν πολλές θα ήθελαν να ’ναι στη θέση της, να έχουν παίξει στον κήπο του Μεγάρου και στο «Γκαζάρτε», δεν κρύβει ότι θα ήθελε πειραματιστεί σε μικρότερους χώρους. Επαιξε όμως και σε μικρούς χώρους στο Πανεπιστήμιο, στο Λονδίνο.

Τα χρόνια του σχολείου και της χορωδίας στην οποία συμμετείχε ήταν καθοριστικά. «Αλλά δεν θα ασχολιόμουν ποτέ στα σοβαρά, αν δεν είχα γράψει τα πρώτα τραγούδια στα 14 -15. Νόμιζα ότι είναι κάτι εύκολο για όλους, ώσπου κατάλαβα ότι χρειαζόταν κάτι περισσότερο». Αυτή, όμως, που της έμαθε τη συγκίνηση της κιθάρας ήταν η μητέρα της. Αν και δικηγόρος, της έμαθε να παίζει τα τραγούδια που αγαπούσε. «Με το που έμαθα την πρώτη μου συγχορδία, έγραψα ένα δικό μου».

«Εσωστρεφής και χαμηλών τόνων» συστήνεται. «Ημουν πολύ ενοχικό παιδί και οι γονείς μου με έπεισαν, και καλά έκαναν, ότι οι εποχές είναι δύσκολες και ότι έπρεπε να έχω ένα πτυχίο». Σπούδασε Νομική, ξεμπέρδεψε με το μεταπτυχιακό της, έκανε και εξάσκηση σε δικηγορικό γραφείο. Αν και προσπάθησε, τώρα ξέρει ότι το τραγούδι είναι ο δικός της δρόμος. Η Νομική «μου έδωσε μια δομή σκέψης που με βοήθησε να γράψω διαφορετικά. Σπουδάζοντας κάτι στο οποίο δεν ένιωθα να ανήκω, ζούσα συγχρόνως μια πίεση, την οποία διοχέτευα στο τραγούδι».
Στήριγμα η οικογένεια

Οι δικοί της ακούνε όσα γράφει, αν και δεν είναι πάντα αυτά που θα ήθελε ν’ ακούσει πρώτη μια μαμά από την κόρη της. «Οπως συνέβη με το “Tonight”.

Της εξηγούσα, βέβαια, ότι δεν είναι κυριολεκτικοί οι στίχοι». Ο πατέρας, όπως και η αδερφή της επίσης, τη στηρίζουν. «Βλέπω τη μουσική με τον ίδιο τρόπο που βλέπει ο μπαμπάς μου την πολιτική. Με αγάπη, γιατί καλύπτει ένα μέρος του εαυτού μας. Κι από κοντά η διάθεση κάτι να αλλάξουμε».

Τον πρώτο καιρό απέφευγε να αναφέρει το όνομα του πατέρα της. «Δεν ήθελα να επηρεάσω κανέναν, ούτε θετικά ούτε αρνητικά. Ευτυχώς είμαι τυχερή γιατί είναι από τους συμπαθείς πολιτικούς. Βέβαια ο κόσμος είναι προκατειλημμένος απέναντι τους κάτι που θεωρώ άδικο. Προφανώς έχουν μια πρώτη ευθύνη για όλα όσα έχουν συμβεί, αλλά δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα».

Για τους νέους, το ξεκίνημα σε οποιαδήποτε δουλειά είναι δύσκολο. «Το έζησα τους μήνες της άσκησής μου σε δικηγορικό γραφείο. Αλλά και στον χώρο της τέχνης συμβαίνει το ίδιο. Στην Ελλάδα μπορεί να πηγαίνεις πολύ καλά θεωρητικά, αλλά πρακτικά να μην έχεις αποδοχές. Ετσι, πολλά παιδιά με καλές σπουδές και μεταπτυχιακό, που εργάζονται πέντε κι έξι χρόνια, δεν μπορούν να σταθούν στα πόδια τους και ζουν ακόμη με τους γονείς τους. Αυτά πρέπει να παλέψουμε».