Από Eurogroup σε Εurogroup

του Στέλιου Πόραβου

Ό,τι ξεκινάει με ένα Eurogroup, τελειώνει με ένα Eurogroup λέει η παροιμία — που δεν περιλαμβάνεται ακόμα ούτε στις αθησαύριστες– και κάπως έτσι φαίνεται να οδεύει και η ελληνική περίπτωση, μετά το αίτημα παράτασης της δανειακής συμφωνίας που κατέθεσε η χώρα. Με άλλα λόγια, ένας αναγκαίος και προωθητικός συμβιβασμός, ένα πρόγραμμα-γέφυρα για λίγους μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων η ελληνική κυβέρνηση θα αποκτήσει τον κατάλληλο βηματισμό για να προωθήσει τις μεταρρυθμιστικές αλλαγές που θα επανεκκινήσουν την οικονομία και, ταυτόχρονα, θα διαθέτει επαρκή χρόνο για να προετοιμάσει τη νέα συμφωνία με τους εταίρους. Γιατί μεταξύ άλλων φαιδρών, που ακούστηκαν την εβδομάδα που πέρασε, ήταν και η κριτική του –κατά τα άλλα σοβαρού και παραδόξως ευρωπαϊστή– Γερμανού υπουργού Οικονομικών, στο γερμανικό κρατικό κανάλι, ότι η Ελλάδα δεν παρουσίασε ένα «τεχνοκρατικά άρτιο» εναλλακτικό σχέδιο, που αφενός θα εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της στους δανειστές και αφετέρου θα οικοδομεί το αναπτυξιακό πλάνο για το οποίο δεσμεύτηκε προεκλογικά, αντιμετωπίζοντας παράλληλα την ανθρωπιστική κρίση. Δεν ήταν έτοιμη, δηλαδή, μας λέει ο Β. Σόιμπλε, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, είκοσι μόλις μέρες μετά την επιτυχία της στις εκλογές, να προσδιορίσει –ει δυνατόν… στο δεύτερο δεκαδικό ψηφίο–, το κοστολογημένο δικό της σχέδιο.

Η παράλληλη εμμονή, αρκετών, στην άρνησή τους να παραδεχτούν ότι το, τρέχον, «τεχνοκρατικά άρτιο» πρόγραμμα διάσωσης απέτυχε δείχνει το πραγματικό χάσμα των δύο πλευρών. Ο ποιητής Ντέλμορ Σβαρτς έλεγε ότι «ακόμα και οι παρανοϊκοί έχουν πραγματικούς εχθρούς». Και, απ’ ό,τι φαίνεται, ο δικός τους είναι η κοινή λογική.

Κριτική δέχτηκε η ελληνική πλευρά και από πολλά διεθνή μέσα για τον τρόπο που αντιμετωπίζει επικοινωνιακά το όλο ζήτημα. «Ερασιτεχνισμός», «εκθέσεις ιδεών» (αντί αριθμών) και, κυρίως, «αλαζονικό ύφος» είναι οι κυρίαρχες κατηγορίες που χρησιμοποιούνται για να καταδείξουν πόσο απέχει η ελληνική προσέγγιση από το κυρίαρχο ευρωπαϊκό ή διπλωματικό πρωτόκολλο. Τα κακεντρεχή σχόλια του τύπου «δεν ήρθαμε στο Eurogroup για να μας κάνουν διάλεξη» ή «δυστυχώς εμείς δεν είμαστε διάσημοι οικονομολόγοι» που ακούστηκαν από Ευρωπαίους υπουργούς, στο ίδιο κλίμα, είναι λίγο-πολύ γνωστά. Προκειμένου να καθησυχαστούν οι Ευρωπαίοι πολίτες –τόσο για την επιτυχία του προγράμματος (το success story που σχεδόν πια κανείς δεν θυμάται να μνημονεύσει) αλλά και για τη σκοπιμότητα των θυσιών όλων των φορολογούμενων εντός κι εκτός Ελλάδας– η πιο αρμόζουσα τακτική βάσει του κυρίαρχου πρωτοκόλλου, είναι η επίκληση στην αυθεντία των αριθμών. Πρωτογενές πλεόνασμα με 1,3 εκατομμύρια ανέργους και 2 εκατομμύρια να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, αλλά πλεόνασμα. Συνομολογημένα ανέφικτός στόχος (4,5%) και για μακρά περίοδο, αλλά στόχος. Είναι γνωστό ότι πολλές στατιστικές μελέτες εγείρουν πυραμίδες δεδομένων για να καλύψουν το πτώμα μιας αποτυχημένης ιδέας, κάτι που ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωση της Ελλάδας.

Όσον αφορά τώρα την κατηγορία περί «ερασιτεχνισμού», οι επικριτές αγνοούν ή παραβλέπουν το γεγονός ότι αυτός ο «ερασιτεχνισμός» είναι πιθανότατα μέρος της, –επιτυχημένης εντέλει– ελληνικής στρατηγικής, στον βαθμό που με «εκθέσεις ιδεών» και όχι αριθμών κατάφερε να επαναπολιτικοποιήσει τη συζήτηση και να δείξει ότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι αποκλειστικά η διάσωση της Ελλάδας, αλλά και η διάσωση της ευρωπαϊκής συνοχής, της δημοκρατίας, της πραγματικά βιώσιμης ανάπτυξης, ακόμα και της ευρωπαϊκής ιδέας. Τραβώντας με «ερασιτεχνικό» τρόπο την κουρτίνα, ώστε να φανεί το παρασκήνιο των πολλαπλών drafts κατάφερε να καταστήσει κοινωνό στο πρόβλημα τον χώρο από τον οποίο προσδοκά ακόμα μεγαλύτερη, από την έως τώρα, συμπαράσταση: την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, η οποία, όπως και η ελληνική παρέμεινε επί μακρόν καθηλωμένη απ’ το δόγμα ΤΙΝΑ, της μοναδικής, αναπόδραστης και, πάντα, «τεχνοκρατικής» αλήθειας. Το πόσους κραδασμούς δημιουργεί η επιχειρούμενη από την ελληνική αντιπροσωπεία πολιτικοποίηση της συζήτησης αντανακλάται και στην ύστατη επίκληση του Μοσκοβισί για «λογική» και όχι «ιδεο-λογική» διαπραγμάτευση.

Στις συσκέψεις κορυφής και τις επιμέρους συζητήσεις πρωθυπουργών και υπουργών Οικονομικών των τελευταίων ημερών, αρκετοί αξιωματούχοι (Μοσκοβισί, Ρέντσι, Γιούνκερ, Λαγκάρντ κ.ά. — πιθανόν για διαφορετικό λόγο ο καθένας) φέρεται να προσπάθησαν να παίξουν τον ρόλο του γεφυροποιού ανάμεσα στις δύο πλευρές ώστε να επέλθει η πολυπόθητη συμφωνία, κάτι που δεν κατέστη, αρχικά, εφικτό. Γεφυροποιός βέβαια, χωρίς να λερώνεσαι στο εργοτάξιο (να αναλάβεις δηλαδή ένα ρίσκο με μεγαλύτερη γενναιότητα) γίνεσαι, όσο γίνεσαι και αστροναύτης παρακολουθώντας πολλές φορές την ταινία «Gravity»… Ο δύσκαμπτος γραφειοκρατικός μηχανισμός της Ευρώπης, πάντως, έχει μια καλή ευκαιρία να αυτοανανεωθεί και να διασώσει το κύρος του απέναντι στην Ιστορία, αν εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που του δίνει ο μέχρι πρόσφατα παγκοσμίως σχεδόν χλευαζόμενος ελληνικός λαός (τεμπέληδες, αργόμισθοι, άσωτοι, διεφθαρμένοι κλπ. κλπ.).

Με άλλα λόγια, η εξεύρεση μιας συμβιβαστικής λύσης είναι –ή θα έπρεπε να είναι– αυτονόητη στην μεταπολεμική Ευρώπη του κοινωνικού κράτους και του κοινωνικού συμβολαίου. Παρακολουθώντας την πρωτότυπη ελληνική και σκληρή διαπραγμάτευση οι λαοί της Ευρώπης συνειδητοποιούν πως η μη συζήτηση εναλλακτικών προτάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο και για το συνολικό ευρωπαϊκό πια πρόβλημα θυμίζει το όχι και τόσο «χρηστικό» στρατήγημα του να κάνεις χημειοθεραπεία, επειδή δεν θέλεις να πηγαίνεις κάθε μήνα στο κομμωτήριο.

Η αριστερής πνοής δυναμική για εκδημοκρατισμό, για την υποστήριξη των κατατρεγμένων και την άμβλυνση των ανισοτήτων αναπτύσσεται (στην Ελλάδα και αλλού) ως αντίπαλο δέος όχι μόνο στη ραγδαία φτωχοποίηση των μεσαίων στρωμάτων αλλά και στη διαλυτική για την κοινωνική συνοχή μισαλλοδοξία της ακροδεξιάς ατζέντας στην «Ευρώπη των λαών». Και αυτό αξίζει να το σκεφτούμε καλά όλοι.

Ο Στέλιος Πόραβος είναι οικονομολόγος