Τζένιφερ Ανιστον

To «Cake», η ταινία με την Τζένιφερ Ανιστον στον κεντρικό ρόλο που προβάλλεται από αυτή την εβδομάδα και στις ελληνικές αίθουσες, είναι ένα από εκείνα τα οχήματα της επιτυχίας, στα οποία οι –λιγότερο ή περισσότερο– λαμπεροί πρωταγωνιστές τους ανεβαίνουν όχι τόσο για τα χρήματα αλλά για τη δυνατότητα που τους προσφέρουν να διακριθούν ερμηνευτικά. Αυτό στη θεωρία. Στην πράξη τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως διαφορετικά. Μπορεί δηλαδή η δημοφιλέστατη Ανιστον να ξεφορτώθηκε το μέικ-απ, να απέκτησε ουλές, εξαρτήσεις και ένα ρόλο αρκούντως δραματικό, φέρνοντάς τον μάλιστα σχεδόν άψογα σε πέρας, όμως όλα αυτά δεν στάθηκαν αρκετά ώστε η φημολογούμενη υποψηφιότητά της στα φετινά Οσκαρ να γίνει και πραγματικότητα.

«Γυναίκα-σκύλα»

Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Η Κλερ του «Cake» είναι μια «γυναίκα-σκύλα», έχει όμως καλό λόγο. Ως αποτέλεσμα ενός τροχαίου ατυχήματος, το σώμα και το πρόσωπό της είναι σημαδεμένα, η δε συμπεριφορά και οι διαθέσεις της βρίσκονται χαμένες μέσα στον κυκεώνα των κάθε λογής χαπιών που την ανακουφίζουν από τους πόνους από τους οποίους υποφέρει. Η υπόθεση της αυτοκτονίας μιας κοπέλας (Αννα Κέντρικ) από το γκρουπ υποστήριξης στο οποίο πηγαίνει, θα επηρεάσει την Κλερ που θα αρχίσει να βλέπει οράματα με εκείνη, ενώ παράλληλα θα γνωρίσει τον σύζυγο της κοπέλας και τον μικρό γιο της. Η συνέχεια δεν κρύβει ιδιαίτερες εκπλήξεις...

Οπως αναφέραμε και προηγουμένως, η Ανιστον ανταποκρίνεται και με το παραπάνω στον ρόλο. Είναι αρκούντως «ξινή», μπερδεμένη και καταθλιπτική· η ιδιαίτερη κινησιολογία που απαιτείται είναι πειστική, ενώ το κωμικό της χάρισμα, το οποίο την ανέδειξε από τα «Φιλαράκια», βοηθά ώστε ο χαρακτήρας να μην μπουκώνει από μελοδραματισμό. Το πρόβλημα βρίσκεται στο σενάριο. Η πρακτική να «τσαλακώσεις» μια δημοφιλή σταρ και να την τοποθετήσεις μέσα σε ένα ανθρώπινο στόρι, δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά, χωρίς μια πιο ενδιαφέρουσα πλοκή και σεναριακό βάθος, το οποίο θα δώσει και στον ίδιο τον χαρακτήρα τη δυνατότητα να εξελιχθεί παραπάνω. Αντίθετα το «Cake» φέρνει στην επιφάνεια περισσότερα κλισέ παρά χρησιμοποιεί νέες ιδέες. Την ίδια στιγμή, σε επίπεδο χαρακτήρων, ενώ εκείνος της Ανιστον έχει ενδιαφέρον, η υποστήριξη από τον έτερο πρωταγωνιστή Σαμ Γουόρδικτον («Avatar») είναι κάπως αναιμική.

Η «οσκαρική» προσπάθεια της Τζένιφερ Ανιστον πάντως, αν και αποτυχημένη, δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία τέτοιου τύπου. Διάφορες λαμπερές συνάδελφοί της, γνωστές και επιτυχημένες σε πιο... ανάλαφρους ρόλους, έχουν επιχειρήσει κατά καιρούς να παίξουν σε κάποιες «σοβαρές» ταινίες προκειμένου να γευτούν τη χαρά των βραβείων. Η Τζούλια Ρόμπερτς για παράδειγμα το έκανε επιτυχημένα το 2000 με την «Εριν Μπρόκοβιτς», ρόλο που της χάρισε Οσκαρ, ενώ το ίδιο έγινε το 2009 και με τη Σάντρα Μπούλοκ («The Blind Side»), η οποία μάλιστα έως τότε μάζευε κυρίως «Χρυσά Βατόμουρα». Από αυτά και άλλα παραδείγματα (Χάλι Μπέρι, Μεγκ Ράιαν κτλ.) είναι φανερό πως το Χόλιγουντ αγαπά τις μεταμορφώσεις και τους κόντρα ρόλους των όμορφων πρωταγωνιστριών του.

Σε μια βιομηχανία θεάματος η οποία αποθεώνει τον παράγοντα της εξωτερικής εμφάνισης και τη feelgood διάθεση, κάποιες γυναίκες –κυρίως– ηθοποιοί επιβραβεύονται όταν αντιταχθούν τρόπον τινά στη φυσική τους κλίση, ανεξάρτητα μάλιστα πολλές φορές από το αν το ταλέντο τους αξίζει όντως αυτή την αναγνώριση. Κι αυτό βέβαια εμπεριέχει έναν όχι και τόσο συγκεκαλυμμένο σεξισμό, στον οποίο μάλιστα αναφέρθηκε και η Πατρίσια Αρκέτ, κατά τη συγκινησιακά φορτισμένη ευχαριστήρια ομιλία της, στην πρόσφατη τελετή απονομής των Οσκαρ. Σκεφτείτε μόνο πως ακόμα και η πολύ καλή ηθοποιός –και πανέμορφη– Σαρλίζ Θερόν μεταμορφώθηκε σε πραγματικό τέρας («Monster» - 2003) προκειμένου να πάρει αυτό που μάλλον ούτως ή άλλως άξιζε...

Η «δική μας» Τζένιφερ Ανιστον πάντως δεν πρέπει να απογοητεύεται. Το «Cake» ήταν ένα καλό βήμα ώστε να μπει στο ραντάρ παραγωγών και καλλιτεχνών (σκηνοθετών-σεναριογράφων) του Χόλιγουντ με υψηλά στάνταρ, οπότε η επόμενη ακόμα ποιοτικότερη πρόταση ίσως να είναι λογικά θέμα χρόνου.

Οι άλλες

Υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα ταινιών οι οποίες τοποθέτησαν γνωστές σταρ του σινεμά σε ρόλους πιο «σοβαρούς», τροποποιώντας μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις και τον τρόπο με τον οποίο το κοινό έβλεπε τις συγκεκριμένες ηθοποιούς. Στο «Εριν Μπρόκοβιτς» ο Στίβεν Σόντεμπεργκ μετέτρεψε τη μέχρι τότε «λολίτα» Τζούλια Ρόμπερτς σε μαχητική μητέρα-δικηγόρο, χαρίζοντάς της Οσκαρ και αναγκάζοντας τους πάντες να την πάρουν στα σοβαρά. Ενα χρόνο αργότερα η Χάλι Μπέρι πρωταγωνιστεί πλάι στον Μπίλι Μπομπ Θόρτον στο σκληρό και βίαιο «Monster’s Ball» κερδίζοντας –τελείως απροσδόκητα– το χρυσό αγαλματίδιο. To 2009 τέλος, η Σάντρα Μπούλοκ, η ηθοποιός που έχει ταυτιστεί όσο λίγες με την ανάλαφρη ρομαντική κομεντί, βραβεύεται για το συμπαθητικό «Blind Side» (φωτ.). Ξαφνικά όλοι «ανακαλύπτουν» ότι μπορεί να παίξει· οι ρόλοι της σε ταινίες όπως το «Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά» και το «Gravity» εξαίρονται από την κριτική και κερδίζουν νέες υποψηφιότητες για βραβεία. Τα «Βατόμουρα», τα οποία προς τιμήν της πάντα παραλάμβανε, είναι πλέον παρελθόν.