Η κόλαση είναι οι άλλοι

Του Θωμά Ξωμερίτη

Στην τσίτα τον τελευταίο καιρό, φορτισμένος και κουρδισμένος, προσπαθώ να καλμάρω, να είμαι όσο το δυνατόν λιγότερο δυσάρεστος στους γύρω μου. Οι οποίοι βέβαια δεν βοηθάνε. Το πρωί στρίμωγμα στο μετρό, προσπάθησα να μπω και συνάντησα το τείχος πολλών ακίνητων βλεμμάτων που ατένιζαν το άπειρο των 5 εκατοστών μέχρι την κεφάλα του διπλανού. Ήταν συρμός με φυσαρμόνικα ανάμεσα στα βαγόνια κι υπήρχε χώρος να κινηθεί το πλήθος, να μπει περισσότερο. Έσπρωξα το κορμί μου με το ένα πόδι στο βαγόνι και με το σακίδιο στην πλάτη δεν άφησα την πόρτα να κλείσει. Είπα δυνατά ότι αν δεν κινηθούν προς τα μέσα θα μπλοκάρω την πόρτα κι ο συρμός δεν θα ξεκινήσει ποτέ. Το πλήθος αυτορυθμίστηκε, παραμένοντας ανέκφραστο. Γιώργος – Πλήθος, σημειώστε 1. Στάθηκα δίπλα σ’ έναν που μου είπε ότι με βρίσκει ωραίο, μην εννοώντας τη φάτσα. Κι εγώ τον βρήκα ωραίο, εννοώντας τη φάτσα. Αλλά δεν τόλμησα να του ζητήσω ψιθυριστά τηλέφωνο. Γιώργος – Άγνωστος, σημειώστε 2.

Το μεσημέρι, βγήκα απ’ το γραφείο να πιώ τον τρίτο καφέ της μέρας, στα γρήγορα στο Γρηγόρη στο Μοναστηράκι, να νιώσω λίγο τον ήλιο της πλατείας στα μούτρα, σε κάποια απόσταση από τους υπόλοιπους ανθρώπους του πλανήτη την οποία δικαιούμαι.

Το βράδυ, βαδίζοντας στην Ιουλιανού από το σταθμό του μετρό προς το Χ., που είχε μαγειρέψει μετά το τελεσίγραφό μου, αντίκρισα το φεγγάρι ψηλά κι εγώ κάτω στη γωνιά με την Λιοσίων, μέσα στην αθηναϊκή φυλακή μου. Στιγμιαία ηρέμησα.

Στιγμιαία, Σύμπαν - Γιώργος ισοπαλία.