Ικανότητα διακυβέρνησης τώρα

Του Σταύρου Καπάκου

Η υποτίμηση του αντιπάλου είναι δείγμα της δικής σου αδυναμίας, έλεγε ο Γκράμσι, και από τότε πολλοί έπεσαν θύματα αυτού του λάθους. Αν και έχει περάσει χρόνος πολύς, οι πολιτικοί συνεχίζουν να υποτιμούν τη ρήση του οξυδερκούς αριστερού ηγέτη. Ο Κώστας Καραμανλής ο νεότερος υποτίμησε τον Γιώργο Παπανδρέου (σ.σ.: ποιος δεν θυμάται το ειρωνικό "Γιώργο, ήρθες") και έχασε τις εκλογές με σχεδόν δέκα μονάδες διαφορά από τον τότε πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ. Αργότερα οι εσωκομματικοί αντίπαλοι του Σαμαρά στη Ν.Δ. υποτίμησαν τον άλλοτε αρχηγό της ΠΟΛ.ΑΝ. και εκείνος, παρότι αουτσάιντερ στην έναρξη της κούρσας διαδοχής, τους κέρδισε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.

Ο πολιτικός κρίνεται πρώτα απ' όλα από την ικανότητα διαχείρισης της εξουσίας, αν και σε ορισμένες ιστορικές στιγμές, όπως η σημερινή, εκείνο που μετράει είναι και η διαπραγματευτική ικανότητα να βγάλει τη χώρα από την παγίδα χρέους. Μετά την ενδιάμεση συμφωνία με τους εταίρους - δανειστές η ικανότητα διαπραγμάτευσης παραμένει κρίσιμη καθώς επί τέσσερις μήνες πολλά θα κριθούν εν όψει των διαβουλεύσεων για την τελική συμφωνία. Αν όμως υποτιμηθεί η ικανότητα διαχείρισης των καθημερινών μικρών και μεγάλων προβλημάτων, δηλαδή η ικανότητα διακυβέρνησης, ο ΣΥΡΙΖΑ θα κινδυνεύσει να βρεθεί στη θέση των αντιπάλων του, που βρίσκονται αντιμέτωποι με τη χλεύη της Ιστορίας. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η χώρα μας δεν παρουσίασε μόνο πρόβλημα χρέους, αλλά ταυτόχρονα και σοβαρά δομικά προβλήματα οικονομικού και παραγωγικού μοντέλου, που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς σοβαντίσματα...

Θέλω να ελπίζω πως ακόμη και οι ανυπόμονοι υπουργοί θα έχουν ήδη αντιληφθεί, αλλιώς πρέπει να το αντιληφθούν σύντομα, ότι η ικανότητα διαχείρισης των προβλημάτων δεν είναι μια αστική κακιά συνήθεια, αλλά όρος για την επιτυχή άσκηση των καθηκόντων τους. Αυτή είναι άλλωστε και η εκδίκηση της πολιτικής εξουσίας: σε προσγειώνει ανώμαλα από τη θέση του πολιτικού σχολιαστή στα συγκεκριμένα προβλήματα και στην αναζήτηση λειτουργικών λύσεων.

Η κυβέρνηση και οι υπουργοί οφείλουν να βάλουν μπροστά και να ιεραρχήσουν τις μεγάλες τομές που χρειάζεται η χώρα. Για παράδειγμα ο νέος "Καλλικράτης", η ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων, η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, η ηλεκτρονική εξυπηρέτηση χωρίς ουρές και γραφειοκρατία, η λειτουργική ανασυγκρότηση των ελεγκτικών μηχανισμών, η διαφάνεια και ο έλεγχος των δαπανών παντού, η επαναλειτουργία της ΕΡΤ, η επαναρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, ο κατώτερος μισθός, η παραγωγική ανασυγκρότηση ανά κλάδο της οικονομίας κ.ο.κ.

Για όλα αυτά τα κρίσιμα προβλήματα χρειάζεται να γίνουν μελέτες, όχι αύριο, χθες. Να αναληφθούν οι ανάλογες θεσμικές πρωτοβουλίες, να ενταχθούν -όσες ενταχθούν- στο ΕΣΠΑ προκειμένου να υλοποιηθούν μέχρι το τέλος του χρόνου. Οποιαδήποτε καθυστέρηση σε αυτόν τον σχεδιασμό σημαίνει ότι το τρένο θα χαθεί και η αρχική ορμή θα κολλήσει στο τέλμα. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι αυτά έχουν συνειδητοποιηθεί από όλους τους υπουργούς, μερικοί από τους οποίους ίσως νομίζουν ότι χρειάζεται να δώσουν κάποιες εντολές, συνήθως από τηλεοράσεως, και αίφνης θα αλλάξουν τα πράγματα.

Η ικανότητα διαχείρισης, ή καλύτερα η ικανότητα διακυβέρνησης, για να αποφύγουμε μια όχι δημοφιλή στην Αριστερά λέξη, είναι πλέον το κύριο ζήτημα. Η "ενθουσιώδης απειρία" μέχρι σήμερα ίσως αρκούσε, τώρα όμως πρέπει να μετεξελιχθεί σε ικανότητα διεύθυνσης στη χάραξη στρατηγικής και στην αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων. Η κυβέρνηση να ορίσει τις συγκεκριμένες ιεραρχήσεις, τις βαθιές μεταρρυθμίσεις και στη συνέχεια οι υπουργοί να ελέγχονται κάθε εβδομάδα ασφυκτικά αν προχωρούν στην υλοποίησή τους. Κάθε 10-20 ημέρες ας λαμβάνεται μια μεγάλη πρωτοβουλία, η οποία να εκπέμπει το μήνυμα ότι η Ελλάδα αλλάζει πραγματικά. Γιατί, όσο αριστερός κι αν είσαι, η εξουσία φθείρει και διαφθείρει χωρίς δεσμεύσεις, έλεγχο, λογοδοσία και εναλλαγή.