Το Κόσοβο αδειάζει

ThePressProject

«Ένα πρωί, οι δύο καλύτεροί μου σερβιτόροι με ενημέρωσαν ότι παραιτούνται. Το ίδιο βράδυ έπαιρναν τον αυτοκινητόδρομο του Βελιγραδίου για τη Γερμανία. Μου είπαν ότι δανείστηκαν χρήματα από συγγενείς τους που είναι εγκατεστημένοι στο εξωτερικό και ότι θα αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον. Έπαιρναν έναν καλό μισθό. Αλλά προσβλήθηκαν από τον ιό της εξόδου»...

Αυτά λέει ο ιδιοκτήτης ενός εστιατορίου στο Ποντούγεβε, μια πόλη 80.000 κατοίκων που βρίσκεται σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων από τα σύνορα του Κοσσόβου με τη Σερβία. 

Όπως γράφει ο ειδικός απεσταλμένος της Liberation, από τον περασμένο Σεπτέμβριο το Κόσσοβο αδειάζει. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της ΕΕ, κάπου 40.000 άνθρωποι έχουν ζητήσει άσυλο στη Γερμανία και την Ουγγαρία σε διάστημα ενός εξαμήνου. Με άλλα λόγια, η έβδομη επέτειος από την μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, στις 17 Φεβρουαρίου του 2008, έχει βρει το Κόσσοβο αντιμέτωπο με μαζική μετανάστευση.

«Ένας γείτονας πούλησε το αγρόκτημά του, τη γη του, τις αγελάδες του και το τρακτέρ του, πήρε τη γυναίκα του και τα δύο του παιδιά κι έφυγε από τη χώρα» λέει ο Σαμίρ Ποτέρα, δημοσιογράφος στο Ποντούγεβε. «Στη γειτονιά μου, τον ακολούθησαν άλλοι έξι άνθρωποι. Πλήρωσαν 50 ευρώ για να διασχίσουν παράνομα τα σύνορα ανάμεσα στη Σερβία και την Ουγγαρία, και στη συνέχεια πήραν το τρένο από τη Βουδαπέστη για το Μόναχο. Τώρα φιλοξενούνται σε έναν κοινωνικό ξενώνα και λαμβάνουν μηνιαία επιδότηση 380 ευρώ». Ο μέσος μισθός στο Κόσσοβο είναι 290 ευρώ.

Ο δημοσιογράφος Μουστάφα Μπάλγε, ο οποίος εργάζεται στη ραδιοτηλεόραση του Κοσσόβου, δεν διστάζει να μιλήσει για «συλλογική υστερία». Μόνο τον Ιανουάριο, η Γερμανία και η Ουγγαρία εξέτασαν περισσότερες από 13.000 αιτήσεις ασύλου από κατοίκους του Κοσσόβου. Και αυτή είναι μόνο η ορατή πλευρά του παγόβουνου. Σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης της Πρίστινα, 100.000 ως 200.000 άνθρωποι έχουν φύγει από τη χώρα, η οποία έχει πληθυσμό 1,8 εκατ. ανθρώπων.
 

Η μεγαλύτερη έξοδος από το 1999

Οι ειδικοί μιλούν για τη μεγαλύτερη έξοδο από την άνοιξη του 1999, όταν βομβάρδιζε τη Γιουγκοσλαβία το ΝΑΤΟ. Άλλοι μιλούν για «δημογραφικό σεισμό» με απρόβλεπτες συνέπειες. «Μόλις τώρα αρχίζουν οι αρχές του Κοσόβου και οι διεθνείς οργανώσεις να αντιλαμβάνονται την έκταση του φαινομένου», επισημαίνει ο Κουζτίμ Πατσάκου, ένας ρομ βουλευτής του Κοσσόβου.

Όλα άρχισαν με την έξοδο των Ρομά από το Πρίζρεν. «Η οικονομική τους κατάσταση είναι άθλια», λέει ο Μεχμέντ Γκαλούς, καθηγητής ιστορίας και γεωγραφίας στο πολυεθνικό λύκειο Αμπντούλ-Φρασέρι. «Όταν τα παιδιά ψάχνουν τα σκουπίδια, δεν το κάνουν για να βρουν ανακυκλώσιμα υλικά. Το κάνουν επειδή πεινάνε».

Σύμφωνα με την ένωση Μητέρα Τερέζα, το 18% του πληθυσμού του Κοσσόβου ζει σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, με 0,90 ευρώ την ημέρα, και το 27% σε συνθήκες φτώχειας, με 1,40 ευρώ την ημέρα. Όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνο η φτώχεια.

«Πολλοί ανησυχούν για το μέλλον των παιδιών τους», τονίζει ο Νετζίπ Μενέκσε, διευθυντής του ραδιοσταθμού Romano Avazo. «Δεν υπάρχουν δουλειές, οι μισθοί είναι γελοίοι και το κόστος διαβίωσης αυξάνεται συνεχώς. Οι άνθρωποι ξέρουν ότι δεν θα τους δώσουν άσυλο στις χώρες της ΕΕ, αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να το δοκιμάσουν».
 

Οι μισοί είναι άνεργοι

Παραδόξως, οι συμφωνίες που υπεγράφησαν το 2013 για την εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσα στο Βελιγράδι και την Πρίστινα διευκολύνουν αυτές τις διαδικασίες. Οι πολίτες του Κοσσόβου μπορούν πλέον να εισέρχονται στη Σερβία με απλή ταυτότητα. Επιπλέον, οι τιμές που ζητούν οι διακινητές έχουν μειωθεί πολύ. Άλλοτε, ένας Κοσσοβάρος χρειαζόταν 3.400 ευρώ για να μεταβεί παράνομα από το Πρίζρεν στη Γερμανία. Σήμερα, χρειάζεται τέσσερις φορές λιγότερα.

Επισήμως, το 30% του πληθυσμού είναι χωρίς δουλειά. Στην πραγματικότητα, όμως, το ποσοστό της ανεργίας είναι 50%, ενώ στους νέους φτάνει το 80%. «Μέσα σε 15 χρόνια, η ανεργία και οι κοινωνικές ανισότητες έχουν εκτοξευτεί στα ύψη, όπως και η διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα», λέει ο πολιτειολόγος Μπελγκζίμ Καμπέρι. «Η πολιτική κρίση που έχει εκδηλωθεί τους τελευταίους μήνες είχε ως αποτέλεσμα να σβήσουν και οι τελευταίες ελπίδες» αναφέρει.