Η αιθέρια υπερ-βαρύτητα του ελάχιστου σεβασμού

του Βαγγέλη Προβιά

Στα μικράτα μου, σχεδόν μέχρι την Β’ Λυκείου, ήμουν πολύ θηλυπρεπής. Ήμουν τόσο θηλυπρεπές παιδί που, υποψιάζομαι ότι και εγώ ο ίδιος, αν με είχα συμμαθητή, θα έμπαινα στον πειρασμό να με κοροϊδεύω πότε-πότε (...όχι εντάξει, υπερβάλλω λίγο, έχω λόγους να πιστεύω ότι θα αντιστεκόμουν στον πειρασμό...). Στα ανήσυχα βλέμματα των δικών μου, της μητέρας, της αδελφής, δασκάλων και καθηγητών, γνωστών ενηλίκων, μπορούσα να διακρίνω την σχετική τους ανησυχία για το τι είμαι και τι θα γίνω.

Ωστόσο, θύμα σχολικού εκφοβισμού δεν υπήρξα ποτέ. Ναι, είχα συμμαθητές που με αντιπαθούσαν και μου το έδειχναν. Μάλιστα, αυτό ήταν αμοιβαίο, και εγώ τους το έδειχνα, όπως και όσο μπορούσα. Αλλά είμαι σίγουρος ότι η αντιπάθεια εκείνη δεν βασιζόταν στο ότι δεν ήμουν αυτό που έλεγες συνηθισμένο αγοράκι.

Οι περισσότεροι συμμαθητές μου ήταν ξηγημένοι μαζί μου. Συμμετείχα σε παρέες και σε παιγνίδια και όποτε δεν το έκανα, θυμάμαι ότι ήταν επιλογή μου. Συχνά έμπαινα σε mood μονοχνωτίασης, σνομπαρίας, αντιπάθειας προς τον κόσμο. Επιπλέον είχα και τα προβλήματά μου τα εσωτερικά να διαχειριστώ... που θα πει ότι απομονωνόμουν όχι σπάνια. Καθόμουν μόνος κάτω από το δέντρο του σχολείου και σκεφτόμουν, ή απλώς λυπόμουν τον εαυτό μου, ή έκανα σενάρια για την ζωή μου – και αν κανείς με πλησίαζε να μου πει κάτι, να με καλέσει να παίξουμε, δύσκολα ενέδιδα...

Δεν ήμουν λοιπόν δακτυλοδεικτούμενο παιδί, για αυτό τουλάχιστον που είχα αναγνωρίσει ότι αποτελεί την φύση μου (ω ναι, ποτέ δεν πέρασα κανένα σοκ συνειδητοποίησης, ήμουν πάντα σίγουρος για την σεξουαλική μου πτυχή, χωρίς αμφιβολία και χωρίς αγωνία να την αποδεχτώ. Ήμουν σίγουρος και πριν καν ξυπνήσει η σεξουαλικότητά μου για το φύλο που θα με τράβαγε...). Γίνονταν βέβαια σχετικά σχολικά σκάνδαλα με αφορμή την συμπεριφορά μου, αλλά αυτά ήταν περισσότερο σούσουρο, ποτέ λεκτική ή ακόμα περισσότερο σωματική βία. «Φταίω» και εγώ, που πήγαινα στο σχολείο με ραφτά budges Pet Shop Boys, ομολογώ – αλλά, συγγνώμη, οι ροκάδες και οι χεβιμεταλάδες γιατί είχαν το ελεύθερο να διαφημίζουν τα αγαπημένα τους groups; Ήθελα και εγώ το δικαίωμα αυτό! Σε κάθε περίπτωση, τρόμο και κακοποίηση δεν ένοιωσα ποτέ από το σχολικό μου περιβάλλον. Οι δαίμονες που με κατέτρεχαν ήταν αλλού.

Αργότερα, όταν μεγάλωσα και βγήκα στην κοινωνία, αφού πέρασα μια αξιοθαύμαστη διαδικασία κοινωνικοποίησης για την οποία αισθάνομαι πολύ τυχερός, είχα μια σχεδόν υπερ-τολμηρή άνεση στα διάφορα επαγγελματικά περιβάλλοντα που βρισκόμουν κατά καιρούς να μην κρύβω αυτό που είμαι. Ποτέ δεν έκανα ότι μου αρέσουν τα κορίτσια και αν μου δινόταν ευκαιρία ή αφορμή δήλωνα ότι μου αρέσουν οι άντρες. Ίσως επειδή δεν το έκρυβα, ίσως επειδή το εξέφρασα χαλαρά, ανεπιτήδευτα και κυρίως αδιαπραγμάτευτα (σαν να μιλάω για το ύψος μου, που ούτε να το αλλάξω μπορώ, ούτε και μπορεί να αξιολογηθεί ως καλό ή κακό), από συναδέλφους σε διαφημιστικές ή σε εταιρίες τεχνολογίας, σε bar και εστιατόρια, γινόταν χαλαρά αποδεκτό. Μάλιστα, υπήρξαν άνθρωποι (γειά σου Σωτήρη!) που μου είπαν αργότερα ότι τους έκανα τόσο καλό όσο μου έκαναν και εκείνοι. Εκείνοι με δέχτηκαν όπως είμαι, εγώ τους έδειξα ένα είδος "άλλου" και ότι αυτό το ξένο άλλο δεν είναι επικίνδυνο.

Καταλαβαίνω σήμερα ότι αυτή μου η άνεση με τον εαυτό μου, η οποία μου έφερε ελευθερία και σχετική γαλήνη και για την οποία αισθάνομαι ευλογημένος και κυρίως τα έχω καλά με τον εαυτό μου, οφείλεται εν πολλοίς στις εμπειρίες μου από τα σχολικά χρόνια. Οι συμμαθητές και οι παιδαγωγοί μου, γενικά το περιβάλλον μου που με αποδέχτηκε, μου επέτρεψε να εσωτερικεύσω μία άνεση με τον εαυτό μου που ακόμα και σήμερα γίνεται ενέργεια: να χαίρομαι το κορμί μου και τους ανθρώπους που μου αρέσουν. Να κινούμαι σε περιβάλλοντα που θα έλεγε κάποιος ότι δεν πρέπει να βρίσκομαι. Να μπορώ να είμαι τρυφερός με τους ανθρώπους, χωρίς ανασφάλειες, εκεί που η τρυφεράδα είναι η καταλληλότερη γλώσσα...

Το τι κάνει ο άνθρωπος στο κρεβάτι του, το λένε οι επιστήμονες, είναι πιο πολύπλοκο και σημαντικό από την σεξουαλική απόλαυση. Το να είσαι άνετος με την επιθυμία σου σχετίζεται με την άνεση σου με τον εαυτό σου. Με την αποδοχή της φύσης σου. Με το να μπορείς να φέρεις τον εαυτό σου χωρίς ενοχή, ντροπή, ανασφάλεια, διχασμό ανάμεσα στο «πρέπει» και στο «είμαι». Εκεί, στην ενοχή, την ντροπή, τους διχασμούς κρύβεται μία από τις δυνατότερες ρίζες της βίας.

Είμαι μάρτυρας του πόσο απίστευτα θετική επίδραση μπορεί να έχει έστω κι λίγος σεβασμός για τον άλλο. Πόσο σημασία έχει και πως αυγαταίνει ελάχιστη αγάπη. Αυτό μου δώρισαν οι συμμαθητές μου, τα παιδιά του Λυκείου και του Γυμνασίου που είχαν απέναντί τους ένα περίεργο παιδί, για να μην πω τίποτε περισσότερο (γιατί, ναι, ήξερα πως να γίνομαι αντιπαθητικός, πολύ μάλιστα), αλλά δεν το έκαναν θέμα. Και προσοχή, ας  παρεξηγηθώ, κανένας από αυτούς δεν με παρηγορούσε για κάτι, ούτε μου απηύθυναν κάποια ιδιαίτερη καλωσύνη ή τίποτε άλλο ιδιαίτερα δραματικό. Απλά, συνυπήρχαν μαζί μου. Δεν θυσιάστηκαν, δεν βγήκαν από το δρόμο τους. Απλά συνυπήρχαν. Αυτό ήταν όλο. Αυτό μόνο.

Με αφορμή το εξαφανισμένο συνονόματο μου παιδί (επαναλαμβάνω, αφορμή: ας μην δημιουργούμε ενόχους, εμείς που δεν ξέρουμε θετικά τι και πως έγινε) θέλω να τονίσω πολύ και συνέχεια ότι αυτό το «μόνο» είναι απίστευτο τι μπορεί να κάνει. Το έχω νιώσει στο πετσί μου. Ναι, ο φόβος και η βία κάνουν κόλαση την ζωή. Αλλά ας σταθούμε για λίγο και στην άλλη πλευρά, στην ανοχή, στο λίγο, και βέβαια στην «αγάπη», το πολύ. Είναι ουτοπικό, αλλά σκέφτομαι καμιά φορά, (οκ ομολογώ, είμαι πεπεισμένος) ότι το κακό θα εξέλειπε από τον κόσμο αν οι άνθρωποι είχαμε μία μόνο, μία, στο πετσί μας εμπειρία της ανυπολόγιστης δύναμης που έχει έστω και απειροελάχιστο καλό.

Πολλοί άνθρωποι δεν έχουν ακόμα καμία τέτοια εμπειρία. Αλλά ίσως να είναι λίγο στο χέρι μας να το αλλάξουμε αυτό. Όχι;