Songs about the human heart

του Κάπα-Κάπα Μοίρη

Tις μικρές, ανήλικες αμαρτίες μου τις εξομολογούμαι και τις βγάζω συχνά βόλτα γιατί οι κλειδωμένες είναι πολύ βαρετές.

Ούτε στο σπίτι, στο ραδιόφωνο, το πρωί μα ούτε και στο αυτοκίνητο στη διαδρομή συνηθίζω να βάζω Μπρίτεν, Μπαχ, Βάγκνερ, Ραβέλ, Χάιντν. Ούτε και στατουσάρω εκστασιασμένος γι αυτά που δεν ακούω. Τα απογεύματα, αργά, δεν εντρυφώ στις εκλεκτικές συγγένειες Λακάν και Πλάτωνα. Μ’ αυτούς τους Ζίζεκ και τα συναφή ή τα αντίρροπα, ουδέποτε συναντήθηκα. Όλο και πιο σπάνια είναι τα βράδια που σκέφτομαι να βάλω να δω Μπέλα Ταρ ή Ρόι Άντερσον. Τα βλέπω όλα τους στον ύπνο μου, μετά. Ότι φιλμάρει ο Γουες Άντερσον δεν το ψάχνω απεγνωσμένα, ίσως κρύβομαι κιόλας μη με ψάξει αυτός. Ό,τι όμως ηχογράφησε ο Γουες Μοντγκόμερι -σχεδόν ό,τι δηλαδή- έκανα το σκατό μου παξιμάδι και το σπίτωσα. Αυτήν την Ντόνα Ταρτ δεν την διάβασα ακόμη. Πολεμάω να τελειώσω έναν MακΓιούαν κι έναν Ράνκιν εδώ και ενάμιση μήνα. Προσπάθησα, όχι με ζέση ομολογώ, να δω Game of Thrones, το έκλεισα σε πέντε λεπτά. Το Breaking Bad το έβαλα λόγω πίεσης του μεγάλου, μια ολόκληρη εξεταστική δεν κατάφερα να την τελειώσω, κόπηκα στο έκτο, στο έβδομο μάθημα. Μπλογκζ σταμάτησα να διαβάζω συστηματικά, είναι επειδή μας αγαπώ όσους ακόμη γράφουμε και δεν θέλω να γίνομαι μάρτυρας ψυχορραγήματος. Ο Ντέιβιντ Λυντς μηδένισε μετά το Blue Velvet. Ραδιόφωνο ακούω αφηρημένος, πιο πολύ για να μην φοβάται το σπίτι απ΄την σιωπή. Σπάνια έως ποτέ ακούω τι λένε όσοι μιλάνε πάνω ή ανάμεσα απ΄ τις μουσικές, κάτι δικά τους θα λένε που μπορεί και να με αφορούν μπορεί και όχι. Άνθρωπο όμως που παίζει Fad Gadget, τον βάζω στη μνήμη, στο 1. Δεν έχω άποψη για τον Αγγελόπουλο. Έχω για τον Brian Eno. Ποτέ δεν αγόρασα ούτε μισό δισκάκι του Ντίλαν, κανένα τραγούδι του δεν βρίσκεται στα cd που έφτιαχνα παλιά. Άμα σκαλίσεις τα εγχώρια βινύλια και τα cd μου μόνο λίγους Χατζιδάκιδες θα βρεις, ένα Στέρεο Νόβα, λίγο Νάστα, δυο Παυλίδηδες, τρεις Πλάτωνος, νομίζω αυτά. Έχω και πέντε, έξη cd με Πασχάλη Τερζή, Νατάσα Θοδωρίδου, Μαζωνάκη, τέτοιας συνομοταξίας, για όταν έχουμε κουράγια να παριστάνουμε τους κεφλήδες ερωτοχτυπημένους, οι μεσήλικες. Νομίζω ότι κάπου έχω και δυο Κραουνάκηδες, home made collections, για το αυτοκίνητο, με ανοιχτά παράθυρα μακριά από την πόλη. Ο Φον Τρίερ είναι σαν τα μπρόκολα, ή σ’ αρέσουν ή τρως ντομάτες έστω κι εκτός εποχής. Σφίγγω καρδιά και τρώω ντομάτες. Κάποτε άκουσα δεκατέσσερις φορές συνεχόμενες το «Κάτι μου κρύβεις». Δεν είχαν βγει τα prozac τότε. Kαι επί διακόσια τριάντα χιλιόμετρα, στο πήγαινε, κι άλλα διακόσια τριάντα στο έλα, Richard Hawley. Διάβασα εικοσιεφτά σελίδες απ’ τον Οδυσσέα, ποτέ όλη την Οδύσσεια. Τρεις φορές, όμως, διάβασα την τριλογία του Καπισίνσκι, αν ήταν τετραλογία θα  ήμουν χωμένος μέσα ακόμη. Όταν πετύχω Βασίλη Παπακωνσταντίνου είμαι απαρηγόρητος, ούτε τα zanax, ούτε ωτοασπίδες, ούτε ανηχοïκοί θάλαμοι με πιάνουν. Αν δεν μπορούσα να είμαι ο House για μια μέρα, ας ήμουν και το vicodin του, έστω το μπαστούνι του. Έχω ότι έχει και δεν έχει γράψει ο Καβάφης, ακόμη και τα αποκηρυγμένα, ως και τις σημειώσεις στα τραπεζομάντηλά του και τα Je voudrais pas crever του Μπορίς Βιαν (στην αγγλική βερσιόν, τα γαλλικά μου περιορίζονται στα στιχάκια του Cristophe) χωρίς να τα έχω βαρεθεί δευτερόλεπτο. Είναι κάποιες μέρες που ο Jesus Ignacio Aldapuerta μου φαίνεται σαν τη Θεία Λένα.  Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα Παρίσι και Ρώμη, θα διάλεγα να μείνω -έστω άφραγκος- στο στενό ανάμεσα στα πόδια της. Αν ήταν να μπω για λίγο οικότροφος σε μυαλό, θα με έτρωγε το δίλημμα «στου Χάνεκε ή στου Ταρκόφσκι;». Aν και στο Στάλκερ (όπου με έσυρε ο βλαμμένος ο συγκάτοικος, 11 το βράδι, μετά από εντεκάμιση ώρες πάνω στο ΚΤΕΛ) κοιμήθηκα πριν καν φτασουν στην Ζοne. Το είδα μετά που τριαντάρισα, τρις, και εξιλεώθηκα. Το Atonement όμως δεν με άρεσε, όπου παίζει η Κίρα Νάιτλι είναι σαν τον τύφο. Ή την Μεγάλη Πανώλη του 1348. Κουμανταρέα δεν έχω διαβάσει, ούτε Καρυστιάνη, τρέιλερ μόνο από τα γκρέιτεστ χιτς τους. Από συναυλίες (η τζαζ έξω, αυτά δεν μετράνε, είναι rituals) θυμάμαι ότι έχω πάει U-2 (δις), Μπράιαν Φέρι, Νιτς (δις), Πολίς, Φίσερ-Ζ, Τομ Ρόμπινσον, Διονύσιο Σαββόπουλο, Ανδρέα Μικρούτσικο και Πασχάλη. Τρεις φορές πήγα θέατρο, σε «highly recommended» τη μια φορά έφυγα στο διάλειμμα, τη δεύτερη στο εικοσάλεπτο (καθόμουν στη γαλαρία της γαλαρίας, κατάφερα να βγω έρποντας απαρατήρητος). Καμία γυναίκα δεν θα μπορέσει ποτέ να σύρει καράβι όπως ο Brian Sweeney Fitzgerald.  Ο Στίβεν Κινγκ είναι πλέον σαν τα τυρογαριδάκια, ούτε μισό δώρο έκπληξη μέσα στο σακουλάκι. Ανάμεσα στη Μόνικα και στην Σάρον, καλύτερη είναι η Άβα Γκάρντερ. Το τσάι το αντιπαθώ αλλά αν βρισκόμουν σε τσαγάδικο με την Έλεν Μίρεν, την Τζούντι Ντεντς, την Μάγκι Σμιθ και την Κέιτ Μπλάνσετ (έστω και μια από αυτές) θα λουζόμουν όλη τη φετεινή σοδιά του Darjeeling και των γιασεμοχώραφων του πλανήτη αγόγγυστα. Ποτέ δεν λείπει από το αυτοκίνητο το tonotil σιντί με τους Metallica. Enter oldman. Α ναι, και ο Γκάρι, λατρεία. Αν έπαιζε αυτός τον Alex, o Anthony Burgess θα έραβε το βιβλίο πάνω του, απ’ την αρχή. Είναι κάποιες μέρες που νομίζω ότι ζω μέσα στο Sleuth. Πιο συχνά όμως με βρίσκω να τριγυρίζω στις ερημιές του Μακ Κάρθι. Ι love the smell of coffee in the morning, αν αρχίσω να νοσταλγώ τη μυρωδιά των napalm θα πρέπει να μου δώσω μια πολύ μεγάλη άδεια.

Αυτά τα ασυνάρτητα γράφτηκαν (μη ρωτάς γιατί) νύχτα, βαθιά, μετά από ένα καραφάκι τσίπουρο, δυό μπουκάλια μαύρο κόκκινο και ενάμιση σφηνάκι σναπς από κεράσι, για ανάνηψη, την ώρα που στην τηλεόραση έδειχνε κάτι θλιμμένες χαμογελαστές μισόγυμνες, με σάρκα τρίτης διαλογής και εσώρουχα τέταρτης. Κρίνοντας απ’ όσα μόλις διάβασα, δεν ανένηψα ποτέ. Μεγάλες προσδοκίες είχα απ’ το σναπς.