Una pizza per i stranieri

της Αθηνάς Τζολάκη

Η καριέρα μου ως κειμενογράφου άρχισε στη Δευτέρα Δημοτικού με ωραία και στρωτά γράμματα σε αυτά τα τετράδια που λέγαμε τότε μισά -μισά. Κάτω το κείμενο πάνω η ζωγραφιά. Κάτι σαν ημερολόγιο. Είμαι ένα κοριτσάκι οχτώ χρονών,  το τετράδιο, αυτό, θα γράψω τη ζωή μου, Πρέπει να το διατηρώ καθαρό . Θα προσπαθήσο πολύ γι΄αυτό. Από την τρίτη κιόλας σελίδα η προσπάθεια ατόνησε, τα γράμματα στραβώσανε ,η ζωγραφιά λείπει σε πολλές σελίδες . Ώσπου το Μάρτιο πια ,η δασκάλα πρέπει να έχει σοβαρές υπόνοιες ότι το συγκεκριμένο κοριτσάκι είναι κάπως απροσάρμοστο.  Την Παρασκευή 18 Μαρτίου αφηγούμαι στο ημερολόγιο τάξης το πως η δασκάλα  ζήτησε να φέρουμε,  νομίσματα και χαρτονομίσματα,   για να μας μιλήσει γι’  αυτά, και την αξία τους. Ο επίλογός μου έγραψε Ιστορία. Και έφερε ένα παιδί αχ! και να ζωντάνεβάν αυτά τα ψεύτικα λεφτά να πιγέναμε κανένα ταξίδι στην Ιταλία. Ποτέ δεν θα λύσω το μυστήριο γιατί μου γυάλισε ειδικά η Ιταλία, η οποία  ούτε καν  ήξερα που πέφτει, και γιατί τα λεφτά ήταν ψεύτικα. 

   Στην Ιταλία πάντως πήγα πέντε χρόνια αργότερα, στη Σαβόνα, και ήταν ο πρώτος σταθμός στο θαυμαστό μου ταξίδι εκείνου του καλοκαιριού.   Η Σαβόνα είναι λιμάνι της Λιγουρίας, στη βορειοδυτική Ιταλία, εκεί ζούσε και για ένα διάστημα ο Χριστόφορος Κολόμβος που μάλλον γεννήθηκε στην κοντινή Τζένοβα όπου και το άγαλμά του στην πλατεία Ακουαβέρντε  με την επιγραφή  A Cristoforo Colombo La Patria, η πατρίδα στον Χριστόφορο Κολόμβο. Πώς  το ξέρω αυτό είναι  ένα ακόμη άλυτο μυστήριο. Η Σαβόνα  όπως τη θυμάμαι πάντως είχε το  χαρακτηριστικό Αναγεννησιακό ύφος με τις καμάρες, την θάλασσα στα πόδια της και παγωτά Μόττα. Είχε επίσης τις πιο ωραίες πίτσες του κόσμου, που κάθε απόγευμα , όσες μέρες μείναμε , εκεί τρώγαμε ανελλιπώς είτε πεινούσαμε είτε όχι . Una pizza per i stranieri, μια πίτσα για τους ξένους, ήταν τα πρώτα-πρώτα ιταλικά που έμαθα. Οι στρανιέρι είμασταν εμείς.

 Η Ιταλία έχει και ωραία παπούτσια, έτσι μιας και τα άσπρα μοκασίνια του Λολοσίδη με χτύπησαν, τις βόλτες μου στη Σαβόνα τις έκανα με τα καινούργια Ιταλικά μου πέδιλα από κατακόκκινο λουστρίνι και δυο πόντους τακούνι. Με αυτά πήγα και στο υπαίθριο σινεμά που είχαν στήσει κάποιοι καθολικοί καλόγεροι, και αν δεν κάνω λάθος είδαμε κάποια κωμωδία. Να ήταν Τσίτσο και Φράνκο; 

Φορώντας τα ίδια κόκκινα πέδιλα, πήγα με τον πατέρα μου και την αδελφή μου σε ένα  μικρό παραθαλάσσιο Λούνα -Πάρκ, με θέα την θάλασσα της Λιγουρίας. Ένας Έλληνας ναυτικός με τις δύο έφηβες κόρες του, που φαντάζομαι δεν θα ήξερε καλά-καλά και τι να τις κάνει, εκείνο το βραδάκι στην σκοποβολή ξόδεψε ένα σεβαστό ποσό μέχρι να πάρει ένα αρκουδάκι. Νομίζω ούτε καν το κερδίσαμε, μας βαρέθηκαν και μας το δώσανε.

Να και οι Τσίτσο και Φράνκο για λίγο Ιταλικό γέλιο εποχής.