Ελλάδα – Γερμανία: θεωρία των παιγνίων

του Ζακ Σαπίρ

Παρακολουθούμε, προς το παρόν, ένα παιχνίδι μπλόφας και αντι-μπλόφας. Το δίδυμο Τσίπρα-Βαρουφάκη παίζει τους ρόλους του «καλού και του κακού μπάτσου» σε βαθμό τελειότητας. Με τον ίδιο τρόπο, η Άνγκελα Μέρκελ παίζει με μαεστρία το χαρτί της βλοσυρής ακαμψίας. Και με μπόλικη επιδεικτικότητα, βέβαια. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς πως η θεωρία των παιγνίων είναι ένα από τα δυνατότερα σημεία του Έλληνα υπουργού Οικονομικών. Ο Γιάνης Βαρουφάκης θεωρεί πως η τρέχουσα διαπραγμάτευση μπορεί να καταλήξει σε μια εκδοχή του «διλήμματος του φυλακισμένου». Αλλά κι αυτό με τη σειρά του μπορεί εύκολα να εκφυλιστεί σε μια μορφή που είναι πολύ γνωστή στη θεωρία των παιγνίων ως «game of chicken», τη θεωρητική έκφραση μιας σεκάνς πολύ δημοφιλούς στους σινεφίλ (από τον Επαναστάτη χωρίς αιτία): δυο οδηγοί κάνουν κόντρα κατευθυνόμενοι προς τον γκρεμό. Ο πρώτος που θα δειλιάσει πριν φτάσει στην άκρη και αλλάξει κατεύθυνση, χάνει: γίνεται «η κότα». Εάν κανένας δεν υποχωρήσει, τα δυο αυτοκίνητα θα βουτήξουν στο κενό και οι οδηγοί θα σκοτωθούν… Αυτό το παιχνίδι, αν δεν κανονιστεί εκ των προτέρων ή/και αν δε συμβεί κάποιο απρόβλεπτο συμβάν στο ενδιάμεσο, επιτρέπει μόνο την ολοκληρωτική επικράτηση του ενός έναντι του άλλου. Έτσι, είναι πολύ διαφορετικό από το «δίλημμα του φυλακισμένου», το οποίο αποδεικνύει ότι η αυθόρμητη συνεργασία μεταξύ δύο μερών είναι αμοιβαία συμφέρουσα.

Μπορεί κανείς να δει πλέον καθαρά, δεδομένων των συνεπειών που θα είχε η επίδειξη «αδυναμίας» σε μια τέτοια αναμέτρηση, πώς τόσο ο Τσίπρας όσο και η Μέρκελ θα μπορούσαν να αυτοεγκλωβιστούν σε πορεία σύγκρουσης μέχρι το τέλος. Υπάρχει μεγάλος κίνδυνος οι διαπραγματεύσεις να μην οδηγηθούν στον συμβιβασμό αλλά, αντίθετα, να ενισχύσουν την επιθυμία του κάθε μέρους να μην υποχωρήσει.

Τι θα σήμαινε μια μετωπική σύγκρουση για την Ελλάδα; Εάν έχουμε μια άρνηση της Γερμανίας να παραδεχτεί ότι η λιτότητα απέτυχε (μια άρνηση βασισμένη τόσο σε ιδεολογικές αναπαραστάσεις όσο και σε μια συγκεκριμένη οπτική για τα γερμανικά συμφέροντα), συνδυασμένη με μια άρνηση υποχώρησης έναντι της Ελλάδας μόνο και μόνο γιατί είναι η Ελλάδα (θυμόμαστε όλοι τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς για τους «τεμπέληδες του Νότου» κ.λπ.), κι αν, απ’ τη άλλη μεριά, η Αθήνα αρνηθεί να υποχωρήσει επειδή ξέρουν ότι αυτό θα σημάνει το τέλος της «εμπειρίας ΣΥΡΙΖΑ», διαγράφεται μπροστά μας ξεκάθαρα το ενδεχόμενο μετωπικής σύγκρουσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα υπάρξει καμία λύση από τώρα ως τον Ιούλιο, και η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει. Η αντίδραση της ΕΚΤ θα είναι να διακόψει τη χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών, και η ελληνική κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να κινητοποιήσει την Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδας προκειμένου οι τράπεζες να μη στερέψουν από πιστωτικά κεφάλαια και, σταδιακά αλλά αναπότρεπτα, η Ελλάδα θα εγκαταλείψει το ευρώ.

Σε αυτό το παιχνίδι στρατηγικής, είναι ξεκάθαρο πως η Ελλάδα έχει επιλέξει συνειδητά τη στρατηγική που ο Thomas Schelling, ένας από τους κορυφαίους παιγνιοθεωρητικούς (αλλά και ειδικός στις μεθόδους πυρηνικής αποτροπής), είχε ορίσει ως «καταναγκαστική αδυναμία» (coercive deficiency). Στην πραγματικότητα, ο όρος είχε επινοηθεί το 1943 από τον Λούσιους Ουίλμερντινγκ Τζ. (Lucius Wilmerding Jr.), προκειμένου να περιγραφεί η προθυμία πολλών ομοσπονδιακών υπηρεσιών να υπερβούν τους προϋπολογισμούς τους, γνωρίζοντας πως η κυβέρνηση θα ήταν ηθικά υποχρεωμένη να τους αναχρηματοδοτήσει. Ο Σέλινγκ έδειξε πως είναι ορθολογικό εκ μέρους του Α, εάν έχει συνείδηση της αδυναμίας του από την αρχή, να επιδιώξει να αυξήσει την αδυναμία του αυτή, για να τη χρησιμοποιήσει σε μια διαπραγμάτευση. Αντιστρέφοντας τον Τζακ Λόντον, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για τη «δύναμη του αδύναμου». Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, πρέπει να κατανοήσουμε γιατί η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε την τελευταία δόση που της οφείλει η τρόικα, ύψους 7 δισ. ευρώ. Φυσικά, έχοντας απορρίψει τη νομιμότητα της τρόικας, δεν θα μπορούσε λογικά και να την εκμεταλλευτεί. Αλλά, με πιο αθόρυβο τρόπο, αυτή η κίνηση βάζει την Ελλάδα στο χείλος της αβύσσου με τη δική της θέληση, επιδεικνύοντας ταυτόχρονα την αποφασιστικότητά της να πάει μέχρι το τέλος (όπως ο Κορτές που έκαψε τα πλοία του πριν προχωρήσει στη μεξικανική ενδοχώρα) και αυξάνοντας την πίεση προς τη Γερμανία. Είμαστε στο μέσο μιας πλήρως ανεπτυγμένης άσκησης «καταναγκαστικής αδυναμίας».  

Οι ΗΠΑ τα έχουν υπολογίσει όλα αυτά. Γνωρίζουμε πως ο Μπαράκ Ομπάμα έχει καλέσει την Άνγκελα Μέρκελ στην Ουάσινγκτον στις 9 Φεβρουαρίου. Στην ατζέντα της συνάντησης το ελληνικό πρόβλημα θα έχει περίοπτη θέση. Ειρήσθω εν παρόδω, όλο αυτό δείχνει τη συνεχιζόμενη ανάμειξη των ΗΠΑ στις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Όλοι όσοι θριαμβολογούν πως το ευρώ θα μας προσφέρει ανεξαρτησία έναντι του δολαρίου, καλά θα κάνουν να σκεφτούν καλά το νόημα αυτής της συνάντησης. Οι «ευρωπαϊκές» πολιτικές αποφασίζονται, σε μεγάλο βαθμό, στην Ουάσινγκτον. Και αυτό είναι αρκετά λογικό, καθώς το ευρώ είναι η τελευταία γραμμή άμυνας του δολαρίου.

Είναι πιθανό πως η Μέρκελ θα αναγκαστεί να ενδώσει. Αλλά εάν το κάνει, θα εμπλακεί σε μια διαδικασία που θα οδηγήσει στην απώλεια της υπεροχής της, τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Γερμανία. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η υποχώρηση έναντι της Ελλάδας θα πυροδοτήσει αυτομάτως και άλλες απαιτήσεις. Η Γερμανία θα δει την αξιοπιστία της να καταστρέφεται και, καθώς θα αναγκαστεί να κάνει κι άλλες υποχωρήσεις, το κόστος της συμμετοχής της στην ευρωζώνη αναπόφευκτα θα αυξηθεί. Η διαδικασία αυτή θα σημάνει την είσοδο στη διαβόητη «ένωση δημοσιονομικών μεταβιβάσεων», η οποία αποτελεί εφιάλτη για το μεγαλύτερο μέρος της γερμανικής ηγετικής ελίτ. Αλλά και στην ίδια τη Γερμανία, η Άνγκελα Μέρκελ θα χάσει το πλεονέκτημα που της δίνει η «σκληρή» στάση της και θα αρχίσει να υφίσταται πολλαπλές πιέσεις από τους ψηφοφόρους της και από τους πολιτικούς της συμμάχους, ακόμα κι αν δεν υπολογίσουμε το αντι-ευρωπαϊκό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) που παραμονεύει στη γωνία. Έχει λοιπόν να επιλέξει ανάμεσα στην απώλεια της αξιοπιστίας της στο εσωτερικό και το εξωτερικό από τη μια, και στη ρήξη από την άλλη. Άλλη επιλογή δεν υπάρχει.

Όλο αυτό το πλαίσιο το παρακολουθούν, όπως είναι φυσικό, στενά οι άλλες χώρες. Οι γαλλικές αρχές ονειρεύονται να παίξουν τοn ρόλο του μεγάλου μεσολαβητή στην επικείμενη σύγκρουση. Αλλά εδώ δεν πρόκειται για συνέδριο του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Δεν μπορεί να υπάρξει «σύνθεση» μεταξύ συμφερόντων τόσο ακραία αντιτιθέμενων. Η ίδια η Γαλλία είναι όμηρος της θρησκευτικής πίστης στο ευρώ, η οποία ενώνει μέρος της πολιτικής της ελίτ. Είναι ξεκάθαρο πως στην απελπισμένη του προσπάθεια να βρει μια «σύνθεση», ο Φρανσουά Ολάντ θα απολέσει για τα καλά όση αξιοπιστία του έχει απομείνει. Είναι εξάλλου μεγάλης συμβολικής σημασίας το ότι οι ΗΠΑ θα συνομιλήσουν με τη Γερμανία και όχι με τη Γαλλία: δείχνει πως η τελευταία δεν είναι πλέον αποφασιστικός παράγοντας στο παιχνίδι. Και αυτό είναι ένα από τα μαθήματα της κρίσης και της ανάληψης της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ στην Αθήνα. Δείχνοντας τη δυνατότητα μιας άλλης πολιτικής, η έλευση του ΣΥΡΙΖΑ καταστρέφει ό,τι είχε απομείνει από τον δημόσιο λόγο του Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Φτάσαμε στην αρχή του τέλους, τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Γαλλία. Και αυτή η προοπτική είναι τρομακτική όσο και συναρπαστική για τους συμμετέχοντες σε αυτό το πολιτικό παιχνίδι.

Ο Ζακ Σαπίρ είναι οικονομολόγος, ειδικός σε θέματα σχέσεων Ευρώπης και Ρωσίας, διευθυντής σπουδών στην EHESS στο Παρίσι. Το άρθρο (από το οποίο παραθέτουμε εκτενή αποσπάσματα) δημοσιεύθηκε στα γαλλικά και τα αγγλικά, στο μπλογκ του Σαπίρ, «RussEurope» (με τίτλο «Grèce: un jeu complexe», 3.2.2015 και  «Greece’s brinkmanship», 4.2.2015, αντίστοιχα). Εδώ μεταφράζεται (με μικρές περικοπές), από τα αγγλικά.