Η νέα Ελλάδα της ευρωπαϊκής αριστεράς

του Άρη Δαβαράκη

Τρείς εβδομάδες η απόσταση από την Κυριακή των εκλογών και οι αγωνίες κορυφώνονται. Πολλές αγωνίες και διάφορες. Αν θα καταφέρουμε να μείνουμε στην ευρωζώνη. Αν για να το καταφέρουμε θα χρειαστούνε τόσες κωλοτούμπες που είναι καλύτερα να φύγουμε. Τι θα γίνει αν αρνηθούμε να κάνουμε υποχωρήσεις σοβαρές (κωλοτούμπες) και, μπροστά στην απειλή της Ισπανίας και των υπολοίπων που θα ακολουθήσουν το παράδειγμά μας αν «νικήσουμε», η σημερινή ηγεσία της ΕΕ αποφασίσει ότι θα ζήσουν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα μ’ ένα ωραίο Grexit. Τι σημαίνει πρακτικά επιστροφή στη δραχμή; Αν πληρώνω νοίκι 350 ευρώ θα πληρώνω 110.000 δραχμές; (στρογγυλοποιημένοι υπολογισμοί). Και αν αμείβομαι τώρα με 900 ευρώ το μήνα θα αμείβομαι από τον άλλο μήνα με 320.000 δραχμές για την ίδια δουλειά;  Η θα περάσουμε  σε μία φάση ανεξέλεγκτων πειραματισμών και κερδοσκοπίας μέχρι να καταφέρουμε, αν το καταφέρουμε ποτέ, να φέρουμε το νέο (παλιό) μας νόμισμα σε μια σωστή ισορροπία μέσα στην παγκόσμια κοινότητα στην οποίαν ανήκουμε και από την οποίαν ούτε μπορούμε αλλά ούτε και θέλουμε να απομονωθούμε;

Κακά τα ψέματα,  αυτοί που πραγματικά θέλουν να γυρίσουμε στην δραχμή ανήκουνε σε δύο βασικές κατηγορίες. Πρώτη εκείνη η ολιγαρχία των πάμπλουτων Ελλήνων που έχουν τα λεφτά τους εκτός Ελλάδας σε (πάρα πολλά εκατομμύρια) ευρώ και δολάρια – και με την δραχμή θα αγοράσουν την Ελλάδα ολόκληρη κοψοχρονιά. Και, δεύτερη, η μερίδα εκείνη της κοινωνίας μας που τα έχει χάσει όλα, πεινάει, κρυώνει, χρωστάει, βασανίζεται – και διόλου δεν την αφορά αν οι τσέπες της είναι άδειες από ευρώ η από δραχμές, αφού έτσι κι’ αλλοιώς είναι άδειες.

Υπάρχει και μία τρίτη κατηγορία ολιγάριθμη αλλά πολύ σοβαρή και αλλοιώς μετρήσιμη. Κάποιοι ρεαλιστές οραματιστές που βλέπουν πως αυτή η Ευρώπη όπως είναι σήμερα είναι και απάνθρωπη και «αφύσικη», κουρδισμένη στους ρυθμούς των «αγορών» και της τρελής, αυτοκαταστροφικής,  κατανάλωσης και πως το μέλλον της Ελλάδας δεν θα έπρεπε να ταυτιστεί με την πορεία αυτής της Ευρώπης που μόνο με το χρήμα μετράει τα πάντα και έχει ξεχάσει όλο το νόημα και την ουσία της, τους μεγάλους αγώνες της για ανθρώπινα δικαιώματα, ελευθερία, ισότητα, αξιοκρατία – Liberté, égalité, fraternité, - μόρφωση, δημιουργία, αδελφοσύνη, αξιοπρέπεια και όλα τα υπόλοιπα που συνθέτουν, μαζί με την επιστήμη και την έρευνα, την υγεία, την παιδεία και την πνευματική αναζήτηση μέσα στην φυσική λειτουργία του οικοσυστήματος και με σεβασμό προς όλα τα άλλα πλάσματα με τα οποία συνυπάρχουμε στον πλανήτη, αυτό που λέγεται Πολιτισμός.

Το γεγονός, έτσι κι’ αλλοιώς, είναι πως το αποτέλεσμα της τελευταίας  Κυριακής του Ιανουαρίου οδήγησε ένα μεγάλο ποσοστό Ελλήνων σε μια διαδικασία που είτε την είχαμε ξεχάσει, είτε δεν την είχαμε κάν δοκιμάσει ποτέ: Την σκέψη επί βασικών ζητημάτων που αφορούν την παρουσία μας στον πλανήτη, στην συγκεκριμένη χώρα που ζούμε και όχι σε μια άλλη, στα προβλήματα που θέτει η εποχή μας και περιμένει από εμάς να τοποθετηθούμε απέναντί τους, να τα αρθρώσουμε κατ’ αρχήν, να τα καταλάβουμε, να συνειδητοποιήσουμε ότι μας αφορούν απόλυτα (τον καθέναν από εμάς ξεχωριστά) και ότι είναι κομμάτι της φυσικής μας παρουσίας επί της γής να εντοπίσουμε τα στραβά και τα ανάποδα και, ζώντας την καθημερινότητά μας, να συμβάλλουμε στην επιδιόρθωση  κάθε παρεκτροπής, κάθε κοινωνικής αδικίας και κάθε βίαιης χρήσης της ίδιας της φύσης, της οποίας όλοι μας είμαστε μέρος και της ανήκουμε – και όχι αντίστροφα, όπως οι περισσότεροι εκ παραδρομής πιστεύουν, ότι δηλαδή η φύση είναι εδώ για να μας παρέχει ότι της ζητήσουμε και είναι ιδιοκτησία μας, άρα μπορούμε να την χρησιμοποιούμε όπως και όσο θέλουμε, παραμορφώνοντας την και καταστρέφοντάς της με την ίδια άνεση που πατάμε πάνω σε μια μυρμηγκοφωλιά και γελάμε με την τεράστια καταστροφή που προκαλούμε για την πλάκα μας σ’ ένα  ολόκληρο σύστημα  ζωντανών πλασμάτων που βρέθηκαν για λίγο χρόνο στον πλανήτη αυτό –όπως ακριβώς και εμείς, περαστικοί και φιλοξενούμενοι.

Κανείς  δεν μπορεί να ξέρει τι υπολογισμοί, λογαριασμοί, προσθέσεις, αφαιρέσεις και πολλαπλασιασμοί, γίνονται αυτή τη στιγμή για να αποφασισθεί ότι αποφασισθεί στο Γιούρογκρουπ της Δευτέρας, η σε ένα ακόμα έκτακτο που ίσως συγκληθεί για τις 20 Φεβρουαρίου.  Το μόνο σίγουρο είναι πως μόλις τελειώσει η διαπραγμάτευση, θα περάσουμε στην φάση που με σκληρή δουλειά, επιμονή και υπομονή, επιστρατεύοντας όλες τις δημιουργικές μας δυνάμεις, θα πρέπει να εργαστούμε εντατικά, δυναμικά και αποφασιστικά για να αναδημιουργήσουμε μια κοινωνία υγιή και παραγωγική – όχι με την έννοια που δίνουν στην παραγωγή όσοι την μετρούν με όρους κατανάλωσης αλλά αλλοιώς, επιλέγοντας που και πως θα δραστηριοποιηθούμε εδώ στην Ελλάδα όπου ζούμε, προσπαθώντας να εκμεταλλευτούμε, δημιουργικά και με σεβασμό, την χάρη και τα δώρα που μας δίνει αυτή η φορτωμένη Ιστορία και απερίγραπτη Ομορφιά  γεωγραφική  γωνιά που μας έτυχε, με την γιγαντιαία για το μέγεθός της ακτογραμμή (13.676 χιλιόμετρα) που είναι η ενδέκατη στον κόσμο, με τα περίπου 2.500 νησιά της, εκ των οποίων τα 165 κατοικούνται, με τις μαγευτικές οροσειρές της, τον τεράστιο φυσικό της πλούτο και τις ανεξάντλητές πηγές ενέργειας που μπορούν πια, στον σύγχρονο κόσμο, να προέλθουν μόνο από την ηλιοφάνεια και τους αέρηδες της φυσικής μας γεωγραφίας.

Μέχρι την Κυριακή των εκλογών ας πούμε πως είχαμε περιέλθει όλοι σε μια κατάσταση μεγάλης απογοήτευσης και αδράνειας, στα όρια σχεδόν της απελπισίας. Αποφασίζοντας όμως, έστω σε ένα (στρογγυλεμένο και εδώ) ποσοστό 40% να παραδώσουμε με τη  βοήθεια των 50 βουλευτών-μπόνους (που αυτή τη φορά το επωφεληθήκαμε εμείς), την εξουσία σε μια άλλη γενιά ανθρώπων και στην νέα ευρωπαϊκή  αριστερά που συνεργάζεται με ένα μικρό δεξιό κόμμα, σχεδόν εθνικιστικό, (στέλνοντας έτσι για πάντα τον εμφύλιο σπαραγμό μας να μελετηθεί πια από τους ιστορικούς και, με τον δέοντα σεβασμό, να περάσει οριστικά στην ιστορία), διαρρήξαμε τους δεσμούς μας αμετάκλητα με τα κόμματα που τόσο μας απογοήτευσαν από το τέλος της δεκαετίας του 1970 και μέχρι την 25η Ιανουαρίου του 2015.

Δώσαμε μιαν εντολή ουσίας, νομίζω, αυτή τη φορά. Είναι ξεκάθαρο πως η Αριστερά του Αλέξη Τσίπρα που ψηφίσαμε δεν είναι η Αριστερά ούτε του εμφυλίου, ούτε όμως και της μεταπολίτευσης. Είναι η νέα Ευρωπαϊκή αριστερά που έγινε ελκυστική χάρη στην επιμονή του προέδρου της να είναι συνεχώς παρών τα τελευταία λίγα χρόνια στην Ευρώπη και να στέλνει από εκεί τα μηνύματα του και σε εμάς αλλά και στην παγκόσμια κοινότητα. Ο όρος «νέα ευρωπαϊκή αριστερά»  δεν είναι καθόλου τυχαίος. Ήταν ο προσδιορισμός αυτός που επέτρεψε σε εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες να ψηφίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ. Η προσωπικότητα του Αλέξη Τσίπρα μαζί με τον προσδιορισμό «νέα ευρωπαϊκή αριστερά» ήταν τα δύο βασικά εργαλεία που μετέστρεψαν το εκλογικό σώμα. Και είναι οι μαραθώνιες, κυριολεκτικά «αθλητικές»,  διαβουλεύσεις του Τσίπρα και του Βαρουφάκη με όλους τους Ευρωπαίους ηγέτες τώρα και 20 μέρες που έχουν πείσει ακόμα περισσότερο το εκλογικό σώμα και το έχουν φορτίσει με μια αισιοδοξία που δεν κινδυνεύει από κανένα Γιούρογκρουπ, έτσι ώστε αν ξαναγινόντουσαν τώρα εκλογές, θα έδιναν στον ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα ποσοστό ανάλογο με εκείνο που πήρε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στην μεταπολίτευση (53% αν το θυμάμαι σωστά).

Έχω την απόλυτη βεβαιότητα πως αυτήν την Ελλάδα που αναδύθηκε μέσα από την φριχτή αδικία των μνημονίων και της λιτότητας, υγιής και εκπροσωπούμενη από μια άλλη γενιά πολιτικών άλλης νοοτροπίας, η Ευρώπη δεν θα θελήσει να την απομονώσει. Ακόμα όμως και αν κάτι δεν πάει καλά, η κυβέρνησή που εκλέξαμε δεν θα πάψει να είναι της «νέας Ευρωπαϊκής αριστεράς». Γι’ αυτό, άποψή μου είναι (και ως ελεύθερος άνθρωπος την γράφω) πως η Ελλάδα δεν θα πρέπει με κανέναν τρόπο να φύγει από την διαπραγμάτευση με μια αποφασισμένη ρήξη, πριν ρωτήσει (με δημοψήφισμα ή νέες εκλογές) τους Έλληνες αν θέλουν να παραμείνουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη με τους (οπωσδήποτε καλύτερους μετά από την διαπραγμάτευση) όρους που θέτουν οι ισχυροί της ΕΕ, ή προτιμούν την επιστροφή στη δραχμή και την έξοδο από την ΕΕ και το Ευρώ.

Όταν δηλαδή έρθει η στιγμή (που όλοι απευχόμαστε) να πούνε οι δύο πλευρές της διαπραγμάτευσης «δυστυχώς χωρίζουμε», κάποιος, ο πρωθυπουργός νομίζω, θα πρέπει να ζητήσει ένα time-out και να πει, «όχι, δεν μπορώ να υπογράψω το διαζύγιο αν δεν ρωτήσω πρώτα τους Έλληνες – γιατί δεν έχω πάρει εντολή να χειριστώ εν λευκώ μια ρήξη με την Ευρώπη αφού είμαι και νοιώθω μέρος αυτής της ηπείρου και του μεγάλου ποσοστού του λαού της που βασανίζεται από τις πολιτικές σας. Θα τους ρωτήσω με ένα δημοψήφισμα και εάν η πλειοψηφία τους μου το ζητήσει θα δεχτώ τους όρους σας ως εντολοδόχος αυτής της πλειοψηφίας».

Αλλά, πραγματικά, δεν πιστεύω πως θα φτάσουμε ως εκεί.  

Υπάρχουν αμοιβαία επωφελείς λύσεις.