To Μαζί

του Πιγκουίνου

Τα λιβάδια είναι καταπράσινα και οι λόφοι αγκαλιάζονται με τα σύννεφα. Και χορεύουν, παρέα με τα δέντρα και τα πουλιά. Σε ένα μέρος μαγικό, πούναι θαρρείς καμωμένο από τα υλικά των ονείρων. Με τα χρώματα ενός ιμπρεσιονιστή ζωγράφου. Με τους στίχους των πιο αισιόδοξων ποιητών.



 
Ετούτη είναι η πρώτη μου εικόνα από αυτό το θαυμάσιο μέρος. Ετούτη είναι και η εικόνα που αποτυπώθηκε στην Μάργκαρετ Βόγκαν σαν πρωτοήλθε το 1852. Εδώ στην Κονεμάρα. Στις βορειοδυτικές άκρες της Ιρλανδίας. 

undefined
 
Νιόπαντρη ήταν. Στα μέλια, πώς το λένε; Κι είχε έρθει εδώ μαζί με τον καλό της. Τον Μίτσελ Χένρι. Που ήταν τελοσπάντων γιος καθωσπρέπει οικογενείας. Με τις σπουδές του, τους καλούς του τρόπους, την σταδιοδρομία του στο φάμιλι μπίζνες, την πολιτική του καριέρα και την δεν-ξεύρω-τι-έχω περιουσία του. Με τις καταθέσεις του, με τις μετοχές του, με τα ρίαλ εστέιτ του. Κελεπούρι ο γαμπρός, τυχερή η Μάργκαρετ. Αλλά για έναν κυρίως λόγο: όταν ο Μίτσελ την κοίταζε στα μάτια, βυθιζόταν ο κόσμος του στον δικό της. Και συναντούσε ο ένας στον άλλον, την εκπλήρωσή του. 

undefined
 
Κι ήταν η Κονεμάρα, ο ιδανικός καμβάς. Για να πλαισιώσει την αγάπη τους. Για να κεντήσουν τις ζωές τους. 


 
Ενθουσιασμένη με το μέρος, η Μάργκαρετ πρότεινε στον σύζυγό της, να μεταφέρουν εδώ το σπιτικό τους. Και να έρθουν ν'απολαύσουν την αγάπη και όσα θα τους χαρίσει.


 
Και επειδής ο Μίτσελ, χατήρι στην καλή του, δεν μπορούσε να χαλάσει, ήρθε κι αγόρασε. Μία έκταση απέραντη. Ανάμεσα σε λόφους. Σαν αυτούς που κατοικούν τα ξωτικά. Που εφαπτόταν σε μία λίμνη. Σαν εκείνες που λούζονται οι νεράιδες.  


 

Έχτισε εδώ ένα σπίτι. Που ονομάστηκε Kylemore Castle. Με μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν τ'απέναντι δάση. Και δωμάτια κάμποσα. Και κήπους. Και αυλές. Που χαιρετούσανε τη λίμνη.


Ένα σπίτι με λουλουδιαστές ταπετσαρίες και όμορφα έπιπλα. Με κεντημένα χαλιά και μεγαλοπρεπείς κουρτίνες. Με σαλόνια και τραπεζαρίες. Με πολλά υπνοδωμάτια και μία μεγάλη κουζίνα στο υπόγειο και κοιτώνες για το υπηρετικό προσωπικό.



Ένα σπίτι που ήταν προορισμένο να γιομίσει με φωνές και μελωδίες και ευτυχισμένες καθημερινότητες. Ένα σπίτι που τα καλοκαίρια λούζεται με το φως της Κονεμάρα. Και τους χειμώνες προσφέρει θαλπωρή γύρω από τα τζάκια και κάτου από τα ζεστά παπλώματα.


 

Ήρθαν εδώ λοιπόν και φώλιασαν. Κι απέκτησαν όχι ένα, μήτε δύο. Αλλά εννιά παιδιά. Όλα τους, παιδιά αγάπης και φροντίδας. Κι έγνοιας και τρυφερότητας. Δεν υπήρχε ευτυχία που να μην την νιώσουν. Δεν υπήρχε μέρα που να μην την χαρούν. Γιατί είχαν ο ένας, τον άλλον. Και οι δυο μαζί, τον έρωτά τους.



Ο Μίτσελ οργάνωσε το Kylemore και αξιοποίησε τις εκτάσεις του, με καλλιέργειες και θερμοκήπια και κάμποσες παραγωγικές δραστηριότητες. Και προσέλαβε υποστατικούς. Δίνοντας δουλειές σε δεκάδες κόσμο. Σε μία εποχή δύσκολη για την Ιρλανδία, που δεν είχε ακόμα συνέλθει από το μεγάλο λιμό της. Κι έτσι ολάκερη η περιοχή ωφελήθηκε και ευημέρεψε.



Αλλά το στόρι επιφυλάσσει ανατροπές. Και συμφορές μεγάλες. Έφυγε για ταξίδι μακρινό η Μάργκαρετ. Στην Αίγυπτο. Κι αρρώστησε βαριά. Και το 1874, πέθανε από υψηλό πυρετό.



Κι έμεινε μονάχα η μορφή της στο μεγάλο πορτραίτο που κοσμεί το κεντρικό σαλόνι.



Απαρηγόρητος ο Μίτσελ, επέστρεψε στο Kylemore. Μόνο που τίποτις δεν ήταν πια το ίδιο. Μήτε το σπίτι και οι κήποι, μήτε οι λόφοι και η λίμνη. Γιατί όλα ήσανε άδεια χωρίς εκείνην. Γιατί όλα ήσανε όμορφα μέσα από εκείνην.



Τα επόμενα χρόνια, ο Μίτσελ παραδόθηκε στη μελαγχολία. Πήρε τα παιδιά και μετακόμισε αλλού. Επέστρεφε ολοένα και πιο αραιά στο Kylemore. Δεν άντεχε την απουσία της εκεί.



Όπως καταλαβαίνεις, το εστέιτ έπρεπε να πουληθεί. Και πράγματι, αγοράστηκε από έναν Δούκα. Που το κράτησε κάποια χρόνια. Κι ύστερα πουλήθηκε ξανά και ξανά. Δίχως να στεριώσει ιδιοκτήτης.

undefined

Ώσπου το 1920, αγοράσθηκε εντέλει από τις καλόγριες του τάγματος των Βενεδικτίνων. Που δούλεψαν οι ίδιες τα κτήματα. Και φρόντισαν ξανά τους κήπους. Και προσπάθησαν να αναπαλαιώσουν το κτήριο και να το επαναφέρουν στην προτέρα κατάστασή του. Πράγματι, σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο αγαπημένα αξιοθέατα της περιοχής και συγκεντρώνει ουκ ολίγους τουρίστες. Που έρχονται ίσαμ'εδώ για να θαυμάσουν το ειδυλλιακό τοπίο της Κονεμάρα και να περιηγηθούν στο Kylemore Castle και τους καταπληκτικούς κήπους του.



Πούναι κι αυτοί υποδειγματικοί. Με το χάρακα και το διαβήτη.



Με μία πλειάδα κηπουρών να καλλωπίζει καθημερινώς τα παρτέρια, να περιποιείται με φροντίδα τα λουλούδια, να ξεχορταριάζει τις αλέες, να πλέκει τις πέργκολες και να δίνει σχήματα στους θάμνους.



Με εξωτικά φυτά και σπάνια άνθη. Με φοίνικες και χουρμαδιές. Και μπανανιές ακόμα.



Με ευωδιές και χρώματα που κολακεύουν τις αισθήσεις.



Αυτό εδώ είναι το σπίτι του κηπουρού. Αξιοθέατο κι αυτό, με όλα τα αντικείμενα αφημένα στη θέση τους. Λες και πάγωσε ο χρόνος πριν κάποιες δεκαετίες. Και σταμάτησαν τα ρολόγια.



Περιπλανιέμαι στα δωμάτια και περιεργάζομαι τα έπιπλα και τα μπιμπελό. Σχεδόν ακούω τη σούπα που κοχλάζει στην κουζίνα. Τα πιάτα που στρώνονται στο τραπέζι. Την σύζυγο του κηπουρού που ανοίγει το παράθυρο για να φωνάξει τον άντρα της.



Και τα πιτσιρίκια που τρέχουν στα πατώματα. Και κυνηγιούνται πίσω από τις πολυθρόνες.



Και το παλιό πικάπ που παίζει δίσκους της Κολούμπια. Και της Χις Μάστερς Βόις. Ένα βαλς. Βιεννέζικο.



Ναι, είναι υπέροχο το Kylemore Castle. Γιατί όλα του, είναι καμωμένα από αγάπη. Κι ας έφυγε εκείνη. Κι ας χήρεψε αυτός.



Έλα μαζί μου, θέλω να σου δείξω κάτι τελευταίο. Αλλά πολύ σημαντικό.
 

 
Αν ακολουθήσεις αυτό το δρομάκι, παραπλεύρως της λίμνης, θα χωθείς μέσα σε ένα παραμυθένιο δάσος. 


Και μετά από κάνα μίλι, θα συναντήσεις ένα υπέροχο ξέφωτο. Όπου βρίσκεται μία μικρή, αλλά κομψευάμενη εκκλησία.
 


Όταν η Μάργκαρετ πέθανε, ο Μίτσελ διέταξε να ταριχεύσουν το σώμα της στην Αίγυπτο για να μπορέσει να το μεταφέρει στο Kylemore. Και να το αποθέσει κάτω από τη γη της Κονεμάρα που τόσο αγάπησε.
 


Έβαλε μάλιστα να χτίσουν στη μνήμη της ένα γοτθικό ναό. Που θα εγκιβωτίζει την αγάπη του γι'αυτήν, ακόμα κι όταν εκείνος πεθάνει.
 


Ναι, θα μπούμε. Αλλά πρώτα, θέλω να κοιτάξεις αψηλά. Αντίς για τερατώδη gargoyles, ο Μίτσελ θέλησε να κοσμήσει το ναό με αγγέλους. Και αντί για χρωματιστά βιτρό, επέλεξε διάφανα.



Για να διεισδύει ανεμπόδιστα το φως της Κονεμάρα.
 


Στέκομαι για λίγο βουβός και περιεργάζομαι το χώρο. Θαυμάζω τις εσωτερικές αψίδες. Μετράω τις πεντέξι σειρές με τα στασίδια. Κοιτάζω τη μορφή του Εσταυρωμένου που αναδύεται μέσα από το φως. Κι ύστερα παρατηρώ έναν άνδρα. Που κάθεται στην πρώτη σειρά. Σιωπηλός. Κι ακίνητος για ώρα. Θα μπορούσε νάναι ο Μίτσελ. Που θυμάται την αγαπημένη του, μέσα στο ναό που έσιαξε για χάρη της. Θα μπορούσε νάναι ο κάθε Μίτσελ. Που αναπολεί, που επιζητά, που νοσταλγεί, που ψάχνει. Να αισθανθεί, ν'αγγίξει, ν'αγκαλιάσει. Την αγάπη του. Την ολοκλήρωσή του.
 

Με αυτές τις μελαγχολικές σκέψεις, βγαίνω και προχωρώ λίγα βήματα πίσω από την εκκλησία. Όπου βρίσκεται ο τελευταίος μας σταθμός. Το σημείο που αναπαύεται εκείνη. Η Μάργκαρετ.
 


Η αγαπημένη σύζυγος του Μίτσελ. Ετών σαράντα πέντε. Εδώ ζήτησε να ταφεί και ο ίδιος. Που πέθανε τριανταέξι χρόνια αργότερα. Κι είναι οι δυό τους μαζί. Με την αιωνιότητα να τους ανήκει. Κάποτε σου είχα πει ότι ο έρωτας δεν μπορεί να νικήσει το θάνατο. Αλλά μπορεί να νοηματοδοτήσει τη ζωή. Στεκόμενος εδώ, δίπλα στον τάφο του Μίτσελ και της Μάργκαρετ, θα σου πω ότι ο έρωτας μπορεί να νικήσει και το θάνατο. Μαζί. Εγώ κι εσύ. Εσύ κι εγώ. Μαζί. Πώς μπορεί κανείς νάναι πιο δυνατός από αυτό μας το Mαζί;
 

 
Η ώρα πέρασε και θα πρέπει να φύγουμε. Κοιτάζω ξανά το ναό. Αποφασίζω να μπω για μία τελευταία φορά. Θέλω να δω αν ο Μίτσελ, κάθεται ακόμα εκεί.
 
 
Δεν είναι πλέον μόνος. Όχι, ποτέ μόνος. Ποτέ. Γιατί έχει πάντα τη Μάργκαρετ. Χαμογελώ. Και χαίρομαι. Που ξεύρω κι εγώ καλά πόσο πολύτιμο είναι. Το Μαζί.