CSΙ Γιούρογκρουπ

του Γιάννη Πάσχου

Εμείς, οικογενειακώς, είμαστε ΣΥΡΙΖΑ. Όχι όλοι, αλλά οι περισσότεροι. Παλιότερα ήμασταν σωρηδόν οι ακραιφνείς αριστεροί αλλά είχαμε και κάνα δυο μαύρα πρόβατα, έναν πασόκο κι έναν νεοδημοκράτη (αυτοί, κυρίως εξ΄ αγχιστείας παρεισέφρυσαν). Αλλά κι αυτοί στις τελευταίες εκλογές το ’ριξαν μονοκούκι ΣΥΡΙΖΑ.

Μόλις λοιπόν, είχαμε γυρίσει ξεπαγιασμένοι από την πλατεία, όπου είχαμε πάει για υποστήριξη των διεκδικήσεων στο Γιούρογκρουπ, η μάνα μας περίμενε με ζεστή σούπα κοτόπουλου ελεύθερης βοσκής (από την θεία την Ξανθίππη που ζει στο χωριό). Φάγαμε μάλλον στα γρήγορα, σχολιάζοντας πυρετωδώς τα τεκταινόμενα και τα πιθανά αναμενόμενα και στρωθήκαμε όλοι, συριζαίοι και μη, μπροστά στην τηλεόραση, περιμένοντας εναγωνίως τα αποτελέσματα του Γιούρογκρουπ. «Δεν το γυρνάμε στο CSI Λας Βέγκας» είπε δειλά η γιαγιά, αλλά κατάλαβε ότι δεν την έπαιρνε κι έτσι αναδιπλώθηκε μέσα στη γαλάζια ρόμπα της, ρίχνοντας ένα παγερό βλέμμα στη μάνα μου. Ο θείος ο Νίκος πηγαινοερχόταν καπνίζοντας αριμανίως, η μικρή μου ανιψιά μασούσε νευρικά μια τσίχλα, η μεγάλη μου ανιψιά έστελνε μηνύματα στο κινητό της, η αδερφή μου σχολίαζε τον Βαρουφάκη, η γυναίκα μου τη θετική στάση της Λαγκάρντ στα ζητήματα της χώρας, η κόρη μου παρηγορούσε τη γιαγιά κι ο γαμπρός μου ξεφυσούσε κι έτρωγε ασταμάτητα ξηρούς καρπούς. Ο εκνευρισμός και η αγωνία μας είχαν καταλάβει σχεδόν όλους.

«Πάνω από τέσσερις ώρες κι ακόμη να τελειώσουν» είπε ο θείος μου. «Κακό αυτό» αποφάνθηκε ο γαμπρός μου «φαίνεται να μην βρίσκουν άκρη». «Θέλετε ένα καφεδάκι;» ρώτησε η μεγάλη μου ανιψιά και σηκώθηκε να πάει στην κουζίνα. «Μακάρι να τελειώσουν όλα καλά» είπε η μάνα μου και σταυροκοπήθηκε «δεν αντέχεται άλλο αυτή η κατάσταση». «Είναι δυνατοί και καλά διαβασμένοι» βεβαίωσε ο θείος μου «θα τα βγάλουν πέρα». «Έχουν αποφασιστικότητα και πίστη» συμπλήρωσε με θαυμασμό η αδερφή μου. «Μακάρι» είπε η μάνα μου και σταυροκοπήθηκε πάλι. «Τι γίνεται ρε παιδιά;» φώναξε η μεγάλη μου ανιψιά από την κουζίνα «έχουμε τίποτε νεότερο;». «Ακόμη τίποτε» απάντησε η μάνα «περιμένουμε, μακάρι να βοηθήσει η Παναγιά να πάνε όλα καλά». «Μητέρα» ακούστηκε η μάνα να λέει στη γιαγιά «τι θέλεις να φτιάξω αύριο για φαγητό;» «Πάντως, γίνεται σοβαρή προσπάθεια» πετάχτηκε η γυναίκα μου «για να δούμε τι θα δούμε». «Απ’ όλα δώσαμε» είπε ο θείος μου αγανακτισμένος «και χρήμα και αίμα, τι άλλο θέλουν οι κουφάλες;». «Αχ Θεέ μου» είπε η αδερφή μου «πολύ δύσκολη αυτή η διαπραγμάτευση. Τι το θέλαμε και το θέσαμε το θέμα συνολικά για την Ευρώπη; Τι τα θέλαμε αυτά; Δεν ξέραμε ότι θα βρούμε τοίχους;» «Καλά, δεν το γυρνάμε λίγο τώρα στο CIS Λας Βέγκας; πετάχτηκε η μικρή μου ανιψιά, κάνοντας πλάτες στη γιαγιά, η οποία της κούνησε το κεφάλι επιδοκιμάζοντας. Ο θείος μου δυσανασχέτησε, κοιτάζοντάς τες και τις δύο υποτιμητικά: «Τι να πω τώρα; το χωριό καίγεται και η π….. λούζεται». «Ας τελειώσουμε τώρα με το καλό» είπε η μάνα μου ως γεφυροποιός των αντιθέσεων- πολιτικών και μη- «και μετά βλέπουμε».

Τι βλέπουμε, που όλο και περνούσε η ώρα και κανείς δεν φαινόταν για τις πολυπόθητες κοινές ανακοινώσεις του Γιουρογκρούπ και η ανησυχία μας όλο και μεγάλωνε. Τότε συνειδητοποίησα ότι ήμασταν καρμπόν κατάσταση λες και βρισκόμασταν στον προθάλαμο του χειρουργείο (Πως συναντιέται η οικογένεια όλο αγωνία έξω από τα χειρουργεία; Άλλος πάει, άλλος έρχεται, άλλος σχολιάζει ότι του ’ρθει στο κεφάλι, άλλος βρίσκει ευκαιρία να δει το σόι που το ’χει συνήθως χεσμένο) και περιμέναμε εναγωνίως να τελειώσει η εγχείριση και να φανεί ο γιατρός ή κάποιος γνωστός τραυματιοφορέας να μας πει πως πήγε η όλη διαδικασία και αν ο ασθενής είναι καλά.

«Άλλο και τούτο!» μονολόγησα «ότι θα ερχόταν η στιγμή να περιμένουμε το Γιουρογκρούπ σαν την εγχείρηση της θειάς της Κούλας, ούτε που το είχα υποψιαστεί ποτέ!». «Είδες;» είπε ο θείος γελώντας «Τι θα ζήσουμε ακόμη!». Περασμένα μεσάνυχτα και νέο δεν υπήρχε. Η κούραση της μέρας κατανίκησε την αγωνία μας, οι γυναίκες σηκώθηκαν βαριεστημένα, η γιαγιά μισονυσταγμένη έβρισε που έχασε την αγαπημένη της σειρά και η μικρή μου ανιψιά άρχισε να μας λέει τι θα φορέσει τις απόκριες. «Πότε είναι οι απόκριες;» ρώτησε η μάνα. «Σήμερα!» είπε ειρωνικά ο γαμπρός μου (αντιδραστικός και επιθετικός ως συνήθως) κι έσπρωξε μια καρέκλα καθώς έφευγε, εκνευρισμένος, ψιθυρίζοντας «αυτοί θα μας πάν στα βράχια, τα ΄λεγα εγώ». Η αποδοκιμασία στα λόγια του ήταν έντονη. «Ας μη τα χαλάσουμε τώρα, ωραία δεν περάσαμε;» πετάχτηκε η μάνα μου «θα δείτε τελικά όλα θα πάνε καλά. Την επόμενη Δευτέρα, ν’ έρθετε πάλι να δούμε Γιουρογκρούπ, θα σας έχω κουνελάκι στιφάδο». «Άντε και στο επανιδείν» είπε θείος μου απόλυτα ικανοποιημένος. Πάντα, απ’ ότι θυμάμαι, του άρεσε το κουνελάκι στιφάδο.