Οι νυν, οι πρώην, η διαπραγμάτευση

Του Παύλου Τσίμα/huffingtonpost.gr

Πολλοί φαντάζομαι το σκέφτηκαν: Οι ομιλίες του Σαμαρά και του Τσίπρα, το βράδυ της Τρίτης στην Βουλή, θα μπορούσαν να είναι, με το κατάλληλο μοντάζ, το debate που για ανεξήγητους λόγους δεν έγινε προεκλογικά. Τα βασικά επιχειρήματα ήταν εκεί. Μια άμεση αντιπαράθεσή τους σε διάλογο, όχι σε παράλληλους μονολόγους, θα είχε ενδιαφέρον.

Το ερώτημα ποιος βγήκε νικητής από αυτό το εκ των υστέρων, ετεροχρονισμένο και έμμεσο debate δεν έχει νόημα. Ο νικητής ήταν προδιαγεγραμμένος. Το ερώτημα ποιος ήταν επί της ουσίας πειστικότερος, κι αυτό δεν έχει νόημα. Ο νικητής των εκλογών είναι πάντοτε πειστικότερος. Αλλά, ως ουδέτερος κριτής, όσο μπορεί κανείς να είναι, θα ήθελα επί ενός θέματος, του κρισιμότερου όλων, να δώσω από έναν πόντο, έναν «ρούμπο», ένα «κούντο» και στους δύο.

Ο Σαμαράς έχει δίκιο να λέει στον Τσίπρα: Αν τώρα έχεις περιθώρια διαπραγμάτευσης, ακόμη και περιθώρια «τσαμπουκά», είναι γιατί οι προηγούμενοι έκαναν μια «βρώμικη δουλειά», για χάρη σου, και πλήρωσαν το κόστος της: Μείωσαν τα δίδυμα ελλείμματα, που είχαν οδηγήσει το 2009 την ελληνική οικονομία στην χρεοκοπία.

Ως γνωστόν, τις παραμονές της κρίσης, η Ελλάδα εισήγαγε, κάθε χρόνο, 40 δις ευρώ περισσότερα απ ότι εξήγαγε και κάλυπτε την διαφορά αυτή με δάνεια από το εξωτερικό. Και το ελληνικό δημόσιο δαπάνησε, το 2009, περίπου 30 δις περισσότερα απ όσα ήταν τα έσοδά του, χρειαζόταν δηλαδή περίπου 2,5 δις ευρώ το μήνα δανεικά, για να ζήσει. Η εξαφάνιση αυτών των δίδυμων ελλειμμάτων έγινε, βέβαια, με τρόπο υπερβολικά βίαιο, ανυπόφορα άδικο και από πολλές απόψεις καταστροφικό, κοινωνικά και οικονομικά. Αλλά έγινε. Και ακριβώς επειδή έγινε, επειδή η Ελλάδα του 2015 δεν έχει ούτε δημοσιονομικό ούτε εξωτερικό έλλειμμα, μπορεί να διαπραγματεύεται από άλλη θέση την μελλοντική της σχέση με τους εταίρους της και τα σχέδια για το οικονομικό της αύριο.

Αλλά και ο Τσίπρας έχει δίκιο να λέει ότι, για πρώτη φορά από την έναρξη της κρίσης, μια ελληνική κυβέρνηση έχει ευρεία συναίνεση και λαϊκή αποδοχή στην διαπραγματευτική της προσπάθεια. Σήμερα, 8 στους 10 πολίτες υποστηρίζουν την επιδίωξή της για μια νέα συμφωνία με την Ευρώπη. Αυτά τα ποσοστά υπερβαίνουν κατά πολύ την συναίνεση που είχε ο Παπανδρέου το 2010 και δεν συγκρίνονται με την συναίνεση που είχε η κυβέρνηση Σαμαρά το 2012 (που ήταν χαμηλότερη από το άθροισμα των εκλογικών ποσοστών των τριών κομμάτων που την απάρτιζαν). Έχει, επίσης, δίκιο ο Τσίπρας να λέει ότι ένα κύμα συμπάθειας για την ελληνική θέση σαρώνει, για πρώτη φορά, την Ευρώπη. Μπορεί την συμπάθεια αυτή να εκδηλώνουν κυρίως εφημερίδες, διανοούμενοι και πολιτικοί που βρίσκονται εκτός του σκληρού ευρωπαϊκού πυρήνα, όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις. Αλλά δεν είναι δίχως σημασία και ένα κάποιο βάρος διαπραγματευτικό, η συμπάθεια αυτή. Αυτή η διπλή υποστήριξη, μεγαλύτερη εντός, μικρότερη εκτός, δημιουργεί για πρώτη φορά ένα κάπως (ας μην έχουμε αυταπάτες: κάπως...) ευνοϊκότερο περιβάλλον. Κι αυτό είναι επίτευγμα μιας συστηματικής προσπάθειας, urbi et orbi, του ίδιου του Τσίπρα τα τελευταία δύο χρόνια.

Κι έχει ένα επιπλέον δίκιο ο Τσίπρας να λέει ότι μια νέα επαγγελία μεταρρυθμίσεων που να αγγίζουν τις μεγάλες πληγές του ελληνικού συστήματος, το πελατειακό κράτος, την παρασιτική, κρατικοδίαιτη οικονομική ελίτ, την φοροδιαφυγή, είναι πειστικότερη στα χείλη μιας νέας, άφθαρτης κυβέρνησης, που δεν κουβαλά τις αμαρτίες του παρελθόντος της.

Συμπέρασμα; Κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι η διαπραγματευση που μόλις ξεκίνησε θα έχει καλό τέλος. Κανείς δεν μπορεί να υποτιμά τους κινδύνους. Αλλά ένα παράθυρο ευκαιρίας υπάρχει. Αν θα αξιοποιηθεί το παράθυρο αυτό είναι ακόμη ένα ερώτημα. Μα ότι άνοιξε είναι βέβαιο.

Όσο είναι βέβαιο πως ένα μερίδιο στο καλό, διαφορετικό και για διαφορετικούς λόγους, δικαιούνται να δικεκδικούν και οι νυν και πρώην.