Εβδομάδα προσγείωσης ή σύγκρουσης

Του Κωστή Π. Παπαδιόχου

Σε σκακιστική παρτίδα υψηλού κινδύνου, με ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα, εξελίσσεται η συζήτηση της Αθήνας με τους εταίρους για την «επόμενη ημέρα» της χώρας στην Ευρωζώνη, καθώς η παράταση του υφιστάμενου προγράμματος ολοκληρώνεται στις 28 Φεβρουαρίου.

Τυπικά, ορόσημο για την ολοκλήρωση των διαβουλεύσεων, που δεν θα οδηγούν τη χώρα στο απόλυτο αδιέξοδο, είναι το Eurogroup της 16ης Φεβρουαρίου.

Ομως, οι πλέον κρίσιμοι σταθμοί είναι το έκτακτο Εurogroup της Τετάρτης και η σύνοδος κορυφής της Πέμπτης, καθώς η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα συμπαγές μέτωπο στους κόλπους της Ε.Ε., ενώ δέχεται ασφυκτικές πιέσεις για ένα «μεγάλο συμβιβασμό» και από τις ΗΠΑ. Εχοντας σταθμίσει τα δεδομένα, μετά τον γύρο των πρωτευουσών και τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που πραγματοποίησε, σύμφωνα με πληροφορίες, ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας αναπροσαρμόζει την τακτική του, παρά το γεγονός ότι θεωρεί πως η Ευρωζώνη κινήθηκε «αντιθεσμικά» και προχώρησε σε μονομερή ενέργεια, μέσω της απόφασης να μη δέχεται από τις 11 του μηνός ως ενέχυρα τα ελληνικά ομόλογα. Κατά τις ίδιες πηγές, με εντολή του πρωθυπουργού, ο υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης θα προσέλθει στο Εurogroup με συγκεκριμένες προτάσεις, που θα υπερβαίνουν τη θέση περί «συμφωνίας - γέφυρας» που προέτασσε μέχρι πρόσφατα η Αθήνα. Στο Μέγαρο Μαξίμου και στο υπουργείο Οικονομικών έχουν συγκροτηθεί δύο ομάδες εργασίας οι οποίες διαμορφώνουν ένα πακέτο που προβλέπει:

• Σχέδιο μεταρρυθμίσεων, που σε ορισμένα σημεία «εφάπτεται» με θέματα της τελευταίας αξιολόγησης, αλλά το υπερβαίνει, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση σε τομείς που έχει αναδείξει ο κ. Τσίπρας –η υστέρηση στους οποίους αποτελούσε μόνιμο «αγκάθι» στις σχέσεις με τους εταίρους–, όπως η φοροδιαφυγή, η λειτουργία των καρτέλ και το λαθρεμπόριο.

• Σχέδιο για τα δημόσια οικονομικά που οδηγεί όχι σε ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, αλλά σε πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 1%-1,5% για το 2015.

Ως αντάλλαγμα η Αθήνα θα ζητήσει να ανακληθεί η απόφαση της ΕΚΤ, να επιστρέψουν η ΕΚΤ και οι κεντρικές τράπεζες τα κέρδη του 1,9 δισ. από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων, να υπάρξει δυνατότητα έκδοσης εντόκων γραμματίων και να αποδεχθούν οι εταίροι να υλοποιηθούν ορισμένα από τα μέτρα της Θεσσαλονίκης για την ανακούφιση των στρωμάτων που επλήγησαν περισσότερο από την οικονομική κρίση.

Παράλληλα, η Ελλάδα θα ζητήσει, ως μέρος της συμφωνίας, να της δοθεί χρόνος μέχρι τον Ιούνιο, ώστε να διαμορφώσει ένα τετραετές πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομικών στόχων, που θα αποτελέσει, στη συνέχεια, αντικείμενο διαβούλευσης για την «επόμενη ημέρα» των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ενωση, καθώς επίσης με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το ΔΝΤ.

Παράλληλα, στην προσπάθεια άρσης του αδιεξόδου, κυρίαρχη αντίληψη στο Μέγαρο Μαξίμου είναι στις προγραμματικές δηλώσεις να μην υπάρξει αναφορά σε άμεση κατάργηση ρυθμίσεων του Μνημονίου, που θα μπορούσαν να εκληφθούν από το Eurogroup ως «μονομερής ενέργεια» από την πλευρά της Αθήνας. Πάντως, στο συγκεκριμένο πεδίο ο κ. Αλ. Τσίπρας καλείται να «ισορροπήσει» με τις εξαγγελίες των υπουργών του, τις πρώτες ημέρες μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης, καθώς και με την ενδεχόμενη πίεση από την πλευρά του Αριστερού Ρεύματος.

Θετικό για την κυβέρνηση είναι, δύο εβδομάδες μετά τις εκλογές, πως όλοι οι δίαυλοι επικοινωνίας, δημόσιοι και παρασκηνιακοί, με τους μεγάλους «παίκτες» της διεθνούς σκηνής έχουν πλέον ανοίξει. Η κινητοποίηση, όμως, δεν συνεπάγεται αυτομάτως και τη στήριξη των ελληνικών θέσεων: οι ΗΠΑ, η Γαλλία και η Κομισιόν θα ρίξουν το βάρος τους υπέρ της παραμονής της χώρας στην Ευρωζώνη, αλλά το σταθερό μήνυμα που εκπέμπουν προς τη νέα κυβέρνηση είναι πως οι δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί από τη χώρα τα προηγούμενα χρόνια θα πρέπει να τηρηθούν. Αλλιώς, είναι ορατός ο κίνδυνος της πλήρους ρήξης με τους εταίρους. Κατά πληροφορίες, μάλιστα, σήμα κινδύνου για την παραμονή στο ευρώ εξέπεμψε και η αμερικανική αντιπροσωπεία που επισκέφθηκε την Παρασκευή την Αθήνα.

Ακόμη και εάν ο κ. Αλ. Τσίπρας επιτύχει το αμέσως επόμενο διάστημα συμβιβασμό, θα έχει επιλύσει μόνο το πρώτο δύσκολο σκέλος της εξίσωσης, αυτό που σχετίζεται με την περαιτέρω σχέση της χώρας με τους εταίρους.

Το δεύτερο αφορά το εσωτερικό σκηνικό. Συνομιλητές του πρωθυπουργού δεν αποκλείουν, ως εκ τούτου, η όποια συμφωνία να τεθεί προς έγκριση από τον ελληνικό λαό μέσω δημοψηφίσματος, παρότι προσθέτουν πως «δεν θα το θέλαμε», καθώς και ότι «οι ψηφοφόροι έδωσαν εντολή διαπραγμάτευσης στον κ. Αλ. Τσίπρα μόλις πριν από δύο εβδομάδες μέσω των εθνικών εκλογών».