Je suis Charlie, κρα κρα

του Μάκη Μαλαφέκα

Κανείς στην πορεία δεν φορούσε μαύρα. Χιλιάδες επί χιλιάδων κόσμου, να στέκονται, να περπατούν πολύ αργά καθώς οι δρόμοι, όλοι οι δρόμοι, ήταν τελείως  πηγμένοι, δεν έπεφτε καρφίτσα. Άλλοι με «Je suis Charlie», άλλοι μ’ άδεια χέρια, οι περισσότεροι δεν είχαν διαδηλώσει ποτέ στη ζωή τους.

Μην πιστεύετε τίποτα. Όλοι αυτοί δεν ήταν εκεί για να υπερασπιστούν το «δικαίωμα στην έκφραση» ή την «ελευθερία του λόγου» και άλλα τέτοια. Ήταν πολύ πιο έντιμοι από μια τέτοια υπεροπτική ατζέντα. Τα εκατομμύρια άνθρωποι που είχαν μόλις αισθανθεί τον θάνατο μπροστά στην πόρτα του σπιτιού τους, βγήκαν έξω για να συνευρεθούν με τους πλησίον τους και να ξορκίσουν το κακό. Να πουν δηλαδή ότι δεν θέλουν να πεθάνουν. Ότι δεν μπορούν να συνθηκολογήσουν με τη φρίκη και τον εκμηδενισμό. Και κανείς τους δεν φορούσε μαύρα. Κανείς, εκτός από τους επαγγελματίες νεκροθάφτες της μπροστινής γραμμής.

Πιο μαύρα απ’ όλους φορούσε ο Μπίμπι Νετανιάχου. Ένα παλτό σκοτάδι πίσσα κάτω απ’ το οποίο κρυβόταν μια ολόκληρη γενοκτονία, βίαιες εκτοπίσεις πληθυσμών, πολιτικές δολοφονίες, και δύο σαδιστικές επιδρομές στη Γάζα που άφησαν πίσω τους χιλιάδες νεκρών αμάχων. Κάτω απ’ τη μαύρη γραβάτα του μόνο, κρύβονταν τα 500 μικρά παιδιά της τελευταίας επιδρομής, καμένα ζωντανά από βόμβες λευκού φωσφόρου.

Από κοντά κι οι υπόλοιποι τεθλιμμένοι συγγενείς. Οι ευρωπαίοι ηγέτες! Εύθυμοι οδοστρωτήρες του Ιράκ, του Αφγανιστάν, του Πακιστάν και της Λιβύης, και ακατάβλητοι αποχυμωτές της Νιγηρίας, του Μαλί, του Τσαντ, της Ρουάντα και της Ακτής Ελεφαντοστού (ου μην αλλά και της Ελλάδας)… Όλοι μαύρα, έξαφνα συντετριμμένοι μπροστά στη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Ως κι ο δικός μας φορούσε νουάρ, λίγες ώρες μετά τη χαμογελαστή του προεκλογική φωτογράφιση μπροστά στον φράχτη-τοστιέρα του Έβρου.

Όχι, το πλήθος δεν φορούσε μαύρα. Κι οι ηγέτες που το καπέλωναν δεν ήταν καν στ’ αλήθεια εκεί. Τα άψυχα πανωφόρια τους απαθανατίστηκαν σε παρακείμενο βουλεβάρτο για λόγους ασφαλείας, κι η μονταρισμένη αφήγηση του βραδινού δελτίου ειδήσεων φρόντισε να τους προβάλει ως επικεφαλής του τραυματισμένου και αλληλέγγυου λαού. Το εκατομμύριο όμως ήταν στα δύο χιλιόμετρα απόσταση. Και το εκατομμύριο διαδήλωνε την πραγματική του θλίψη, στους πραγματικούς δρόμους, του πράγματι αιματοβαμμένου Παρισιού.

 

Η προάσπιση της ελευθερίας του λόγου

Και προκύπτει το εξής ζήτημα. Τι είναι η ελευθερία του λόγου, και τι σημαίνει «προάσπισή της»; Ακούστηκε πολύ, και πάλι, η μπεστ σέλερ φράση του Βολταίρου – που πιθανώς δεν την είπε καν ο Βολταίρος μα ένας βιογράφος του –, ότι δηλαδή «δεν συμφωνώ μ’ αυτό που λες, μα θα δώσω και τη ζωή μου για να μπορείς να το λες». Και, μέσω του κλασικού βαυκαλισμού περί «χώρας του Βολταίρου» (που σύντομα πέρασε στο γενικότερο και πιο χαντινγκτονικό «Δυτικός πολιτισμός», ελευθερία/δημοκρατία/ανθρώπινα δικαιώματα, κλπ., κλπ.), αποκρυσταλλώθηκε στο σχήμα «Je suis Charlie» = προάσπιση της ελευθερίας του λόγου. Και όντως, το χτύπημα που δέχτηκε η Γαλλία στη συμβολική καρδιά της, χτύπημα προμελετημένο και ψυχρά εκτελεσμένο ενάντια σε σκιτσογράφους-δημοσιογράφους, είχε σίγουρα ως στόχο την παραδειγματική «τιμωρία» τους για την εκφορά συγκεκριμένων αντι-ισλαμιστικών απόψεων (κι αυτό διότι το ύφος είναι σαφώς μία άποψη).

Εδώ όμως συγχέονται δύο πολύ διαφορετικά πράγματα. Η υποτιθέμενη κορωνίδα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, η σικ βολταιρική ρήση, αφορά ακριβώς τις περιπτώσεις όπου ο «προασπιστής» υπερασπίζεται μέχρι ταυτίσεως αυτόν με τον οποίο διαφωνεί. Στην περίπτωσή μας, οι «Je suis Charlie» φαίνονται να συμφωνούν απόλυτα με τις αντι-ισλαμιστικές απόψεις του Charlie Hebdo, τόσο ως προς το ουσιαστικό τους περιεχόμενο όσο και το «βλάσφημο» ύφος τους. Πράγμα απολύτως θεμιτό, μα διόλου υπερβατικό. Είναι μια έκφραση αλληλεγγύης προς το όμοιο, μα όχι ανοχής και σεβασμού προς το διαφορετικό, όπως υποστηρίζει ότι είναι. Για την ακρίβεια, υπάρχει η εξής υποβόσκουσα βία: η απαίτηση από το διαφορετικό να υπάγεται στον βολταιρικό κανόνα, ώστε να του αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο να το ανεχόμαστε ως κάτι το αφομοιωμένο. Κανόνας απ’ τον οποίο, κατά τ’ άλλα, απαλλάσσουμε το εξαρχής όμοιο – που, στην προκειμένη περίπτωση, τυχαίνει να ανάγεται και σε «οικουμενικό» (παγκοσμιοποιημένο) παράδειγμα.

Η μνημειώδης πορεία συμπαράστασης της 11ης Ιανουαρίου είναι σίγουρα ένα ορόσημο για τη σύγχρονη γαλλική ιστορία, πιθανώς σημαντικότερο κι απ’ τις ίδιες τις τρομοκρατικές επιθέσεις που την προκάλεσαν. Είναι ευθύνη των «Je suis Charlie» να γράψουν, επιτέλους, στις συνειδήσεις τους «Je suis Arabe» και «Je suis Musulman», ώστε η δίκαιη έκφραση αλληλεγγύης τους να γίνει πράγματι οικουμενική. Και καθήκον τους να μην ποδηγετηθούν, κι ούτε να συνοδοιπορήσουν ποτέ με τους μελανοχίτωνες της πρώτης και τελευταίας γραμμής.

 

(Το κείμενο αυτό του Μάκη Μαλαφἐκα πρωτοδημοσιεύτηκε στο ειδικο "ηλεκτρονικό" τεύχος "Charlie Hebdo: Σκέψεις πέρα απο το θάνατο")