«Τέχνη του εφικτού», αλλά και της διεκδίκησης

Του Παντελή Μπουκάλα/kathimerini.gr

«Η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού». Παλιός ο λόγος. Δεν τον χρησιμοποιούν, όμως, όλοι με το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια στόχευση. Η σημασία του διαφοροποιείται ανάλογα με το αν θα προκρίνουμε ως σπουδαιότερη λέξη την «τέχνη» ή το «εφικτό». Αν επιμείνουμε στην «τέχνη», τότε η πολιτική αναδεικνύεται ως δυνατότητα· ως πιθανότητα έστω: μπορείς, ανακατεύοντας απ’ την αρχή τα χαρτιά, προτείνοντας νέες ιδέες, γερά θεμελιωμένες, και αναζητώντας καινούργιες συμμαχίες, να ξανανοίξεις ένα παιχνίδι που φαίνεται οριστικά κλειστό και χαμένο.

Αντίθετα, αν εμμείνουμε στη λέξη «εφικτό» ως κομβικής σημασίας, κι αν το εφικτό το μεταφράσουμε αυτόματα σε υποβάθμιση απαιτήσεων και σε φαλκίδευση προσδοκιών, η πολιτική χάνει τον χαρακτήρα της διεκδικητικής τέχνης και υποβιβάζεται σε τεχνική διαχείρισης της μιζέριας, ανακύκλωσης της μετριότητας και νομιμοποίησης του βαλτώματος. Στην περίπτωση αυτή επικαλούμαστε την «αδήριτη πραγματικότητα» για να δικαιολογήσουμε το γεγονός ότι αφομοιώνουμε την ήττα μας πριν καν δώσουμε τη μάχη.

Για να το δούμε και με τον τρόπο των σχημάτων, στη μία εκδοχή, την παρακινητική, το εφικτό είναι κακοτράχαλο δρομάκι που αν αποφασίσεις να το περάσεις, κι αν μεθοδεύσεις τις κινήσεις σου, ενδέχεται να σε βγάλει σε κάποιο ξέφωτο. Στη δεύτερη, την ηττοπαθή, το εφικτό παίρνει τη μορφή των καυδιανών δικράνων, κάτω από τα οποία ένα μόνο μπορούμε να κάνουμε, ένα μόνο μάς επιτρέπεται: να περάσουμε με σκυμμένο κεφάλι – όπως οι ηττημένοι Ρωμαίοι, που ταπεινώθηκαν περνώντας κάτω από τα μπηγμένα σε σχήμα δικράνου δόρατα των Σαμνιτών, στη στενωπό των Απέννινων.

Οχτώ στις δέκα φορές, η επίκληση του «νόμου» πως «η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού» γίνεται για να παρακινήσει στην ακινησία, για να υπαγορεύσει την αδράνεια, η οποία υποτίθεται ότι θα σου αποφέρει το όφελος που προορίζεται πάντα για το «ήσυχο και φρόνιμο παιδί». Αλίμονο, όμως, αν η φρονιμάδα ταυτίζεται μονοσήμαντα ή μάλλον ακυρωτικά με την περίφοβη συμμόρφωση. Αλίμονο αν έχει ένα και μόνο νόημα, που δήθεν το υποδεικνύει η Ιστορία αυτοπροσώπως: της απόλεμης αποδοχής μιας ατέλειωτης αλυσίδας τετελεσμένων, που προκύπτουν δίχως τη δική σου δραστική συμμετοχή και επιβάλλονται δίχως να μετράνε πουθενά η βούλησή σου, οι ελπίδες σου, κυρίως δε οι ανάγκες σου.

Εως την παραμονή των εκλογών ακούγαμε πανταχόθεν λόγια συμπόνιας: «Οι Ελληνες στενάζουν» κ.τ.λ. Απλώς τ’ ακούγαμε όμως. Δεν τα κάναμε τίποτα. Δεν τα κάναμε πολιτική δηλαδή. Δεν τα μετατρέπαμε σε αξίωση απαλλαγής απ’ όσα μάς υποχρεώνουν να στενάζουμε. Μετεκλογικά, και επειδή είναι ανήθικο να πεταχτεί στο καλάθι η ευκρινής λαϊκή ετυμηγορία, ακούμε και πολλές ξένες φωνές (του Ομπάμα π.χ.) που απαιτούν να τερματιστεί η λιτότητα, η οποία απλώς μας εξουθενώνει. Το παιχνίδι, λοιπόν, παραμένει ανοιχτό. Δεν έχει κλείσει ήδη εις βάρος μας. Αυτό το πίστευαν (και το πιστεύουν) όσοι εννοούν την πολιτική σαν τέχνη της μοιρολατρίας. Και δεν ακούν όχι μόνο τις ξένες φωνές συμπάθειας, αλλά ούτε τη φωνή του ίδιου του λαού τους.