Να μάθεις να χάνεις

του Γιάννη Πάσχου

Να μάθεις να χάνεις είναι μεγάλη ιστορία. Δύσκολο πράμα. Αν ρωτούσαν όλα τα μωρά του κόσμου αν ήθελαν να βγουν από την κοιλιά της μάνας τους, όλα μαζί,  με μια φωνή θάλεγαν όχι. Θέλουμε δεν θέλουμε όμως, σκάμε μούρη  από τα μεγαλοπρεπή ανάκτορα  της απόλυτης ηρεμίας και των συμπαντικών ήχων και νάσου η φάτσα του μισητού γιατρού, του άγνωστου πατέρα (συνήθως αξύριστου), του παππού, της γιαγιάς και όλων των κακομούτσουνων του κόσμου. Μεγάλη ήττα, σου καρφώνεται  στην ψυχή με την πρώτη και δώστου  κλάμα και  μοιρολόι για τον χαμένο παράδεισο. Πάθημα που δεν γίνεται μάθημα.

Περνούν τα χρόνια και ο προπονητής με τη δεύτερη στραβοκλωτσιά σου λέει: έξω,  δεν μου κάνεις. Περνούν τα χρόνια και ο καθηγητής σου λέει: τον Σεπτέμβρη να ξανάρθεις, δεν γίνεται με εξάρι να πας στην επόμενη τάξη. Και το χειρότερο έρχεται η φοβερή στιγμή που κάποια Σούλα σου λέει στα ίσια, ενώ περιμένεις το φιλί  με τα  χείλη μισάνοιχτα :  σε βλέπω σαν φίλο. Απόρριψη και πάλι απόρριψη και το παιχνίδι φαίνεται χαμένο και δεν βάζω στον λογαριασμό τις ενδοοικογενειακές ματαιώσεις και ήττες.  Είναι σοφή η ζωή, μας δίνει μαθήματα απόρριψης και ήττας αλλά όπως και να το κάνεις πονά η άτιμη και σε φαρμακώνει. Όπως με συμπόνεσαν έτσι κι εγώ συμπονάω αυτούς που χάνουν  όσο και να μη τους γουστάρω, αλλά έτσι γίνεται κι αυτό δεν αλλάζει, η ήττα είναι ήττα. Γι αυτό  ξεκόλλα ρε φίλε από την καρέκλα για να μην έχουμε μπερδέματα. Ήρθε άλλος. Μη γίνεσαι αρκουδιάρης και ξεχαστούν και κάνα δυο  καλά που έκανες -αν έκανες. Τίποτε αυτός, εκεί ακούνητος σαν από χρόνια στραβοβαλμένο   καρφί.

 Ήττα,  μεγάλη ήττα μετά από τόσα χρόνια να σε βγάζουν από το σπίτι  που νόμιζες δικό σου. Σου πέφτει η μαγκιά, η σιγουριά  τρικλίζει και  η φάτσα σου  γίνεται  μάσκα αποκριάτικη. Και οι υποστηρικτές σου θέλουν να σε λιώσουν μέσα στο χειροκρότημα, άσπονδοι φίλοι, χαμίνια, ανικανοποίητοι χλέμπουρες, κλαίνε και οδύρονται σαν αχόρταγα σκυλάκια που τα εγκατέλειψε η μάνα τους, ενώ ο πατέρας πηδάει την σκυλίτσα του γείτονα αδιαφορώντας για όλα. Πόσο τον καταλαβαίνω τον  ηττημένο όταν οι εφιάλτες παρασημοφορημένοι ορμάν τα βράδια και τον κάνουν να χτυπιέται στο κρεβάτι σα χταπόδι και οι αμφιβολίες  χοροπηδάνε πάνω στο ασπροκέντι του μαξιλαριού του σαν καλικαντζαράκια. Αλλά έτσι γίνεται. Όσο πιο ψηλά τόσο πιο πικρό το ποτήρι, χάος φαίνεται ο πήδος στο κενό, η λεωφόρος γίνεται σκοτεινό δρομάκι γεμάτο αδέσποτα που αλυχτάν απειλητικά. Τώρα στην ουρά μαζί με τις αμαρτίες σου για εισιτήριο στο σινεμά, πάνε οι προσκλήσεις για θεάματα και αγώνες ποδοσφαιρικούς, πάνε οι δόξες, οι κορδέλες, οι διάδρομοι υποδοχής, οι εθνικοί ύμνοι, τα κολακευτικά λόγια και οι ματιές θαυμασμού, τώρα μαζί μου στην ουρά, στραγάλια και ποπ κόρν. Αυτοί όμως που έχουν την πολλή πλάκα, είναι αυτοί που δεν χάνουν αλλά και ούτε κερδίζουν,  τα άρρωστα με την εξουσία, τα φιλόδοξα αρπαχτικά, οι κοντορεβιθούληδες της εύφορης κοιλάδας της ματαιοδοξίας,  αυτοί που θέλουν πολύ να γλείψουν και δεν φθάνουν με τίποτε (για ώρες) το πάνω ράφι που λαμπιρίζει το μέλι. Αυτοί είναι ανάμεσα στις συμπληγάδες, από τη μια ο νικητής και από την άλλη ο ηττημένος. Ω συμφορά, να βλέπεις να σούρχεται η ήττα κατά πάνω σου κι εκεί που νομίζεις ότι τη γλίτωσες να πέφτει η σκιά του νικητή και όλα να γεμίζουν σκοτεινιά. Γίνεσαι ή δεν γίνεσαι κομπλεξάρα στη στιγμή και βγάζεις χολή και πίκρα ατέλειωτη; Που βρίσκομαι ; Αναρωτιέσαι. Τι κάνω; Γιατί δεν με παίζει κανείς; Και η έξοδος είναι τόσο μακριά και είμαι ακόμη τόσο μικρούλης! Μαμά, μη με ξαναγεννήσεις. Ψέματα λέει το κωλόπαιδο, γουστάρει υποκρισία. Όλα τα γουστάρει και γρήγορα μαθαίνει να αλληθωρίζει και χρώματα  να αλλάζει.

Σε παρόμοια κατάσταση βέβαια είναι και οι άλλοι, αυτοί που χρόνια κουβαλάν τον σταυρό (και δεν τον αφήνουν με τίποτε), ενώ ο Γολγοθάς έγινε από δεκαετίας και βάλε οικόπεδο. Να σε βοηθήσω θέλω, τίποτα αυτός, ο σταυρός είναι δικός μου και δεν τον δίνω με τίποτε κι ας ματώνω. Στενόχωρο πράμα όλα ν’  αλλάζουν  και συ να προσπαθείς να χτίσεις με τον παλιό αντισεισμικό κανονισμό. Ποιος θα μπει μέσα; Κανείς. Πάντως και ο νικητής δεν είναι σε πλεονεκτική θέση. Η ήττα από την πρώτη νύχτα  του γαργαλάει τις πατούσες ,  αν και άκεφη τρίβεται πάνω του μέχρι να φέξει και τις πιο ιδιωτικές  στιγμές,  λίγο πριν τραβήξει το καζανάκι της τουαλέτας,  στέκει απέναντι του με μειδίαμα όλο νόημα και του δίνει το χαρτί υγείας.

Παίξε λοιπόν φίλε, μέχρι να χάσεις, παίξε τίμια, παίξε όσο μπορείς κι αντέχεις,  μη τραβάς χαρτιά κάτω από το τραπέζι, μην αλλάζεις πονηρές ματιές με το απέναντι λαμόγιο, παίξε και για πάρτι μου, παίξε για πάρτι σου, μήπως και είσαι πιο έτοιμος από κάτι άλλους όταν η ήττα σε καλέσει για καφεδάκι της παρηγοριάς, όπως κάλεσε και μένα η Σούλα μετά από χρόνια όταν πέθανε ο άντρας της. Που ξέρεις μπορεί και να δικαιωθείς.