Η ζωή συνεχίζεται

της Αθηνάς Τζολάκη

Ηράκλειο 1909

Πώς τα καταφέρνουν οι άνθρωποι και περιχαρακώνονται σε αυτοσχέδιους κλοιούς μοναξιάς που τους βαφτίζουν πρόοδο και λογική; Μερικοί εγκλωβίζουν μαζί τους και άλλους πιο αδύναμους και το ονομάζουν αγάπη και προστασία. Δυστυχείς και μόνοι και πολλές φορές ούτε που το ξέρουν. Σε τέτοια μοναχικά σύμπαντα κινούνται και τα πρόσωπα αυτής της ιστορίας, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους. Όμως έτσι είναι η ζωή μπερδεμένη και δύσκολη και πολλές φορές ψάχνουμε να βρούμε την άκρη της σαν τους υπνοβάτες με κλειστά τα μάτια και προτεταμένα τα χέρια στο κενό. Ψάχνουμε άλλοι τη χαρά, άλλοι την αναγνώριση, άλλοι την ασφάλεια, άλλοι τον καλύτερο εαυτό μας. Αυτές ήταν οι σκέψεις μου όταν άκουσα την ιστορία που θα σας μεταφέρω με όλες τις λεπτομέρειες, ακριβώς όπως μου την είπαν.

Στο αρχοντικό της οδού Μαρτύρων 25 Αυγούστου, τη γνωστή και ως Βεζίρ Τσαρσί, ένα καντηλάκι άναβε εμπρός από την εικόνα του Βενιζέλου, δίπλα στα εικονίσματα. Κάθε πρωί η Αργυρή φρόντιζε να το ανάβει, ήταν η επιθυμία του κυρίου του σπιτιού και πατέρα της κόρης της. Μόνο που η κόρη της εδώ και λίγο καιρό έλειπε από το σπίτι που ήταν πια πολύ άδειο και πολύ-πολύ ήσυχο. Της έλειπε η μικρή Ελευθερία, όμως η ίδια ήταν φτιαγμένη από τέτοια γήϊνη στόφα που την ωθούσε πάντα να βολέψει την άμεση καθημερινότητα της, τα άλλα που ξεπερνούσαν τις δυνατότητές της τα διέγραφε και δεν τους έδινε ποτέ ιδιαίτερη σημασία. Καθώς παραμέρισε την κουρτίνα της μπαλκονόπορτας και κρυφοκοίταξε το καφενείο απέναντι, εκεί που έπιναν τον καφέ τους επιφανείς σπουδαίοι και λόγιοι άντρες, σκέφτηκε ότι η ζωή συνεχίζεται με τον καθένα στο πόστο του. Την κόρη της έκανε, από τότε, να τη δει δώδεκα χρόνια και ας τους χώριζε μόνο μια απόσταση εκατό πενήντα μέτρων. Η πρόοδος και αυτός που έκανε κουμάντο διέταξαν έτσι και ποια ήταν αυτή, μια αγράμματη χωριάτισσα, να τους αντισταθεί, άσε που δεν ήταν καθόλου σίγουρη αν έπρεπε, ή αν ήθελε. Μπορεί και ακριβώς το αντίθετο, κατά βάθος μπορεί να θεωρούσε την μικρή τυχερή.

Αφού ο πατέρας της Ελευθερίας συμβουλεύτηκε κάποιον φίλο του επιστήμονα, νευρολόγο ψυχίατρο, και πήρε την διαβεβαίωση ότι στα τέσσερα έτη, ανυπερθέτως, το νήπιο μπορεί να αποχωριστεί την μητέρα άνευ συνεπειών, η Ελευθερία τεσσάρων ετών βρέθηκε να είναι, στην αρχή, το μόνο εσώκλειστο παιδάκι για έναν ολόκληρο χρόνο στο ολοκαίνουργιο οικοτροφείο της Γαλλικής Σχολή του Αγίου Ιωσήφ της Εμφανίσεως.

Χρόνια αργότερα όταν εξιστορούσε τη ζωή της, της άρεσε να διηγείται λεπτομέρειες, περιέγραφε στα παιδιά της στιγμιότυπα από τον καιρό εκείνο. Τους έλεγε για τον πρώτο χρόνο πως την έντυναν καλόγρια οι μοναχές και έκαναν πως την κουρδίζουν σαν παιχνιδάκι, σαν ρομποτάκι, αφού της είχαν μάθει πως να περπατά με κοφτές και απότομες κινήσεις και να τις φιλά στο μάγουλο με την σειρά. Χαιρόντουσαν σαν παιδιά οι μοναχές. Η ίδια, αν και της φέρονταν καλά, δεν τις συμπάθησε ποτέ ιδιαίτερα - και δεν άφηνε ποτέ κουβέντα να πέσει κάτω. Πάντως τα Γαλλικά τα έμαθε άπταιστα. Έτσι με άπταιστα γαλλικά πιάνο και πολλή ψυχραιμία που ήταν και του χαρακτήρα της, χειμώνα καλοκαίρι, στο οικοτροφείο, του Αγίου Ιωσήφ της Εμφανίσεως, περνούσε ο καιρός παρέα με τα άλλα κορίτσια, Χριστιανές και Μουσουλμάνες.

Και ήρθε η εποχή που άρχισαν οι καντάδες έξω από το οικοτροφείο, από τους νέους της πόλης, καντάδες με ένα πιάνο πάνω σε ένα κάρο, καντάδες που κρυφάκουγαν και οι καλόγριες με ενδιαφέρον. Εκείνη ακριβώς την εποχή λοιπόν αρρώστησε από βαρύ κρύωμα και ο πατέρας της. Αυτή η αρρώστια έφερε μαζί της, τελείως ξαφνικά, και έναν αρραβωνιαστικό. Να πως έγινε.

Η Αργυρή για πολλά βράδια έκοβε βεντούζες έκανε εντριβές με ρακί και επαναλάμβανε ακατάπαυστα τα εξής λόγια «θ’ αποθάνεις και θα μ’ αφήσεις μόνη με μια κόρη, να μην ξέρω τι να γενώ.» Η πλύση εγκεφάλου πέτυχε και ο πατέρας της Ελευθερίας αν και δεν απόθανε, αλλά συνήλθε τελείως από την πνευμονία, θεώρησε καλή την ιδέα να βρει άμεσα ένα αρσενικό για παν ενδεχόμενο. Την υπόθεση ανέλαβε Χανιώτης την καταγωγή συνταξιούχος στρατιωτικός που είχε χόμπι να κάνει προξενιά και που είχε έτοιμη την λύση, έναν όμορφο νέο Χανιώτη καθηγητή που περιχαρής συμφώνησε αμέσως για τον αρραβώνα. Ο αρραβώνας κράτησε δυο χρόνια καθώς περίμεναν, να τελειώσει η Ελευθερία το σχολείο και να πάρει το δίπλωμά της. Τον πρώτο χρόνο οι συναντήσεις των αρραβωνιασμένων, κάθε εβδομάδα, γίνονταν παρουσία μιας μοναχής που είχε τον ρόλο της σαπερόν, της συνοδού εγγυήτριας της τιμής. Τουρνέ λα τετ σιλβουπλέ, γυρίστε από την άλλη της έλεγε η Ελευθερία, για να λάβει το πολύ κανένα κλεφτό χειροφίλημα. Τον δεύτερο χρόνο πια οι μοναχές αποφάσισαν ότι δεν γίνεται άλλο, σκανδαλίζονταν οι υπόλοιπες μαθήτριες. Έτσι ή αρραβωνιασμένη άφησε το οικοτροφείο μια μέρα μετά δώδεκα χρόνια και γύρισε σπίτι της. Μπήκε από την πίσω πόρτα της αυλής, βρήκε τη μάνα της που αφού την κοίταξε καλά-καλά της είπε «Καλώς την, είναι λερωμένο το μέτωπό σου, δεν έχετε καθρέφτες εκεί; Κάτσε να βάλω νερό να λουστείς. »

Τότε περίπου πρέπει να είναι τραβηγμένη και η φωτογραφία που μου έδειξαν από το περίφημο φωτογραφείο του Χαμσά Ρουστέμ. Η Ελευθερία σαν υπνοβάτης, με ένα τεράστιο φιόγκο, στα δεκαεφτά να μοιάζει με δεκατέσσερα και ο πατέρας της στην μέση καθιστός και ευχαριστημένος, στα πόδια του ο σκύλος του και αριστερά ευθυτενής και όμορφος ο αρραβωνιαστικός. Το δίπλωμα το πήρε η Ελευθερία κατόπιν εξετάσεων στο Γαλλικό Ινστιτούτο και αν με ρωτάτε αν έγινε ο γάμος, ναι έγινε και κράτησε, μόνο που όσο νάναι κάτι του έλειπε.

Αλλά είπαμε έτσι είναι η ζωή.