Ο μικρός μοντερνιστής, η σαμσάρα κι η μετάνοια

του Sraosha

Υπήρξα μοντερνιστής. Ένας μικρούλης ΛεΚορμπυζιέ. Όταν ήμουν μικρός προτιμούσα τις καθαρές επιφάνειες, τα συμμετρικά σχήματα. Έφτιαχνα με μπόλικη ούχου μοντέλα αεροπλάνων αλλά αρνιόμουν να προσθέσω οτιδήποτε μου φαινόταν διακοσμητικό. Αναρωτιόμουν γιατί δεν υπάρχει λουλούδι που να μοιάζει με το πώς ζωγραφίζουμε τα λουλούδια, γιατί τα μόνα σπίτια που έμοιαζαν με τα σπίτια που ζωγραφίζαμε (σκεπή, καμινάδα, πόρτα, δυο παράθυρα) ήταν κάτι σπίτια στις φωτογραφίες από τη Γερμανία που μας έδειχνε η Gastarbeiter θεία μου. Αναρωτιόμουν γιατί όλοι οι κάτοικοι της Λιμνούπολης, εκτός της οικογένειας Ντακ, ήτανε μολοσσοί. Αργότερα, έψαχνα να βρω το κανονικό στρουμφάκι, αυτό που δεν ήταν στριμμένο, προκομμένο, κοκέτικο, πλακατζίδικο, διαβαστερό, αλλά σκέτο: με σκουφί και σορτσάκι και τέλος, χωρίς αξεσουάρ.

Και πάντοτε, μα πάντοτε από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντοτε, ντρεπόμουν για το παρελθόν μου. Ακόμα κι όταν είχα ελάχιστο παρελθόν. Θυμάμαι να είμαι έξι ή εφτά χρονών και να ντρέπομαι πραγματικά για το πώς έκανα όταν ήμουνα παιδί μικρομέγαλο και λαλίστατο, θυμάμαι να είμαι στο Λύκειο και να ντρέπομαι που ήμουνα μυθομανής όταν ήμουν παιδί -- συνήθεια που έκοψα μαχαίρι στην Α' Γυμνασίου. Η Α' Γυμνασίου ήταν ορόσημο και αλλιώς: με παρότρυνση της ανεπανάληπτης Μιράντας Καλούδη, της σημαντικότερης ίσως δασκάλας που είχα ποτέ, της φιλολόγου που μου έμαθε ότι οφείλουμε 'νάφειν και μεμνάσθαι απιστείν' (not in those very words), ξεκίνησα να γράφω ημερολόγιο το οποίο συνέχισα μέχρι να φύγω για την Αγγλία. Οι εγγραφές του προηγούμενου μήνα, του προηγούμενου χρόνου, τριών ετών πριν μέσα στο ημερολόγιο γίνονταν ανελλιπώς πηγή αισχύνης και οδύνης: η ρηχότητα, η φλυαρία, η αφέλεια, η καθαρή χαζαμάρα τους με έκαναν να αναστατώνομαι, να ανατριχιάζω. Πού και πού έγραφα μάλιστα στο ημερολόγιό μου πόσο ενοχλητικό ήταν να διαβάζω παλιότερες εγγραφές, αποκήρυσσα με επιμέλεια και διάθεση αυτοκριτικής το πώς ήμουν, ανακουφισμένος με το πώς έγινα, ελπίζοντας ότι δε θα βρεθώ στη θέση να ντρέπομαι στο μέλλον για το πώς ήμουν εκείνη τη στιγμή που ήμουν ανακουφισμένος. Βεβαίως, οι ελπίδες διαψεύδονταν, η σαμσάρα συνεχιζόταν: αργά ή γρήγορα θα ντρεπόμουν για τον εαυτό μου του ίδιου παρελθόντος στο οποίο αποτασσόμουν ένα παλιότερο παρελθόν.

Φεύγοντας για την Αγγλία τα ημερολόγια τη γλύτωσαν (αντίθετα με τα ποιήματα, που κάηκαν στη μπανιέρα). Το επιχείρημα υπέρ της διατήρησής τους ήτανε μια επαναλαμβανόμενη συμβουλή του παππού, που κάτι έλεγε για τα εμβλήματα του τσαρισμού που ο Λένιν είχε "διατάξει" (μου έκανε εντύπωση ότι ο αρχηγός μιας λαϊκής επανάστασης έδινε διαταγές) να προστατευθούν. Έπρεπε να διασώσω την ιστορία μου, όσο επώδυνη κι επονείδιστη και υπερμπανάλ και σαχλή κι αν ήταν. Τα ημερολόγια μπήκανε σε μια κούτα, σφραγίστηκαν και θάφτηκαν στην αποθήκη που, κατά Ιντιάνα Τζόουνς, κοιμάται μέχρι τη δευτέρα και ένδοξο Παρουσία η Κιβωτός της Διαθήκης (για να μην ξεχνάμε και πώς μεγαλώσαμε, ε;).

Η άφιξη στην Αγγλία, ένα πρωινό Κυριακής με καμπάνες σε μια Λέστερ Σκουέαρ που μύριζε πίσσα, κάτουρα και μπαγιάτικα μπυρόνια, καλυμμένη από λιγδερές λαδόκολλες που σάριζε ο άνεμος, σπαρμένη κομματιασμένα μπουκάλια, ποτισμένη από ξερατά, ξερατά και ξερατά. Ήταν η αρχή κυριολεκτικά ενός πολιτισμικού και προσωπικού σοκ (δε χρησιμοποιώ το 'κυριολεκτικά' μεταφορικά, όπως είθισται, παρά το χρησιμοποιώ κυριολεκτικά). Στην Αγγλία έμαθα ότι είμαστε η βιολογία μας, η ελεύθερη βούλησή μας αλλά και η ιστορία μας. Ο δάσκαλός μου, ο σημαντικότερος ίσως δάσκαλος που είχα ποτέ, του οποίου το όνομα κρατάω με καμάρι, τιμή κι αγάπη μυστικό για να μην καρφώνομαι εδώ ποια σχολή αγγειοπλαστικής έβγαλα, αφού με πέθανε στο καψόνι επί δύο συναπτά τρίμηνα, μου λέει μια μέρα: "Don't be sorry. It is important to know the art of self-restraint, however it is even more important to be yourself."

Όμως εξακολουθούσα να ντρέπομαι για το παρελθόν μου, δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ μαζί του. Συνέχισα να μην μπορώ να συγχωρέσω τον εαυτό μου και για τις ντροπές και τις ευκαιρίες που δεν άρπαξα αλλά και για το πώς κατά καιρούς σπαταλιόμουν για μήνες ατέλειωτους, για τους φανατισμούς της εφηβείας, για τις φρικτές κουβέντες που είπα, για τη θηριώδη μου αφέλεια κάποιες στιγμές, για αμήχανα καραγκιοζιλίκια και ξεσπάσματα (ιδίως υπό την επήρεια), για διάφορες μικρές (και μεγαλύτερες) ατιμίες, για την ντοστογιεφσκική γελοιότητα που έβγαζα ώρες-ώρες.

Μπορεί λοιπόν η περίοδος του κύκλου της σαμσάρας να μεγάλωνε αλλά δεν έσπαγε. Δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ με το παρελθόν μου. Ήθελα να είμαι κάποιος άλλος και δεν το παραδεχόμουν κιόλας.

Και μετά ήρθανε δύο Φίλοι. Που δε γνωρίζονται μεταξύ τους. Ο ένας είπε ότι πρέπει να σπάσω τον κύκλο της νεύρωσης (αυτό που λέω σαμσάρα). Ο άλλος είπε ότι πρέπει να συμφιλιωθώ με το παρελθόν μου. Κάτι έγινε τότε. Κάτι τεκτονικά βαθύ μετακινήθηκε, μια καινούργια οπτική γωνία (που τόσο αγαπούσαν οι μοντερνιστές) ανοίχτηκε. Μια μικρή πεισμωμένη φλογίτσα άνθισε σε φωτιά και φώτισε. Ο κύκλος έσπασε, ο μπερντές σκίστηκε από άνωθεν έως κάτω και το παρελθόν αναδείχτηκε μέσα μου. Η βιολογία μου είναι αυτή που είναι, η ελεύθερη βούληση επίσης -- τώρα έβλεπα πια και την ιστορία μου. Ήταν ένα θέαμα λυτρωτικά πρωτόγνωρο.

Μετάνοια, έλεγε ο κύριος Βιολάκης ο θεολόγος στο Γυμνάσιο (ή στο Λύκειο), δεν είναι η μεταμέλεια. Δεν είναι βεβαίως η ενοχή: ενοχή είναι το μουγκρητό του πληγωμένου εγωισμού, η αλαζονική (και βαθιά νευρωτική, θα προσέθετα) διερώτηση πώς γίνεται να το έκανα εγώ αυτό, πώς γίνεται να είμαι τέτοιος εγώ. Μετάνοια, έλεγε, είναι να αλλάξεις μυαλά (μεταφράστε το αυτό σε ψυχαναλυτικούς όρους -- εγώ δεν ξέρω). Στην περίπτωσή μου η μετάνοια δεν ήρθε με τη ναρκισσιστικά κυκλική ενδοσκόπηση δεκαετιών, δεν ήρθε με την αυτοεξέταση. Ήρθε με μια κουβέντα (δύο, αλλά μία ουσιαστικά) από δύο ανθρώπους που ήμουν έτοιμος να ακούσω.

Γι' αυτό σας λέω: το ένα Κεφάλαιο, το πιο ευάλωτο, το πιο δύστροπο, το πιο ευφρόσυνο, είναι οι άνθρωποι. Τα πράγματα είναι απλώς χρυσός/σκατά (που θα έλεγε και ο Εβραίος Μεσσίας Φρόυντ). ;-)