Ξύπνα

Delirium Tremens

Είχα που λες, δει, πριν χρόνια πολλά στον ύπνο μου, πως ξύπνησα.
Δεν είχα καταλάβει γιατί είχα ξυπνήσει, κανένας θόρυβος δεν ακούστηκε, καμία λάμψη δεν φάνηκε, τίποτα. Απλά ξύπνησα.

Μαύρο σκοτάδι παντού, in the wee small hours of the morning η ιστορία, και μόλις άνοιξα τα μάτια άπλωσα το χέρι στο κομοδίνο να βρω το διακόπτη να ρίξω φως στην υπόθεση. Τίποτα. Η λάμπα δεν άναψε ποτέ. "Μπα, θα κάηκε" σκέφτηκα. Απλώνω πιο ψηλά το χέρι στον τοίχο να βρω τον διακόπτη του φωτιστικού - τίποτα κι αυτός. Μαύρο σκοτάδι παντού.

Θορυβήθηκα - σκέφτηκα ότι θα είχαμε είτε διακοπή ρεύματος, ή θα είχε πέσει ο κεντρικός διακόπτης στον πίνακα για κάποιον λόγο. Σηκώθηκα ψιλοτουρτουρίζοντας, ήτανε χειμώνας όπως τώρα, βρήκα στα τυφλά το πόμολο της πόρτας και την άνοιξα. Με τα χέρια απλωμένα ψηλάφισα στο σκοτάδι τον τοίχο να βρω τον πίνακα, τον βρήκα, άνοιξα το πορτάκι και τότε ένα χέρι, ένα χέρι αγνώστου προελεύσεως, ένα χέρι που δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί, με άρπαξε απ τον ώμο.

Εκεί ξύπνησα στ αλήθεια. Όχι ήρεμα, αλλά τρέμοντας από φόβο και προσπαθώντας να καταλάβω αν το χέρι είναι αληθινό ή όχι.

Άπλωσα το χέρι στο πορτατίφ - νεκρό.
Το άπλωσα, τρέμοντας πια, στο διακόπτη - νεκρό κι αυτό.

Δεν τόλμησα να σηκωθώ. Σκεπάστηκα με το πάπλωμα μέχρι τα μάτια περιμένοντας με φρίκη εκείνο το χέρι να με αρπάξει και να με σύρει στα απύθμενα βάθη της Κολάσεως. Περίμενα μέχρι που ξημέρωσε. Δεν ήρθε ποτέ. Ο φόβος μου ήταν ανυπόστατος. Η ζωή συνεχίστηκε ομαλά παρά το άγριο παιχνίδι που ο εγκέφαλός μου επέλεξε να μου παίξει.

Μη φοβάσαι.
Όσα παιχνίδια κι αν θελήσουν να παίξουν πάνω στις πλάτες σου, όσο κι αν σε πρόδωσαν, όσο κι αν τα διαπλεκόμενα συμφέροντα θέλουν να είσαι για πάντα υποζύγιό τους, μη φοβάσαι. Η ζωή θα συνεχιστεί και καλό θα είναι να μην περιμένεις τη λιακάδα. Καλό θα είναι να τη φέρεις εσύ ο ίδιος. Καλό θα είναι να βρεις το φως και να τ' ανάψεις, όσο κι αν ακούς φωνές να σου λένε πως δεν υπάρχει φως. Υπάρχει - κι έχεις τη δύναμη να το ανάψεις. Ξύπνα.