Αποσυνδέεται και η Δανία από το ευρώ

Του CUAN YANK / BLOOMBERG

Κλιμακώνεται ο νομισματικός πόλεμος της Ευρώπης. Τη Δευτέρα, όταν η δανική κορώνα ανατιμήθηκε έναντι του ευρώ, η Τράπεζα της Δανίας προσπάθησε να καταστήσει το νόμισμα της χώρας λιγότερο ελκυστικό για όσους επενδυτές αναζητούν ασφαλή καταφύγια, επιβάλλοντας αρνητικά επιτόκια καταθέσεων στο -0,2% και επιτόκια δανεισμού στο 0,05%.

Μετά την κίνηση της Τράπεζας της Ελβετίας να αποσυνδέσει το ελβετικό φράγκο από το ευρώ και να μειώσει τα επιτόκια, τραπεζικοί κύκλοι και διαπραγματευτές περίμεναν να δουν ποια χώρα είχε σειρά. Η Τράπεζα της Δανίας ήταν έτοιμη. Η διατήρηση της σύνδεσης ανάμεσα στην κορώνα και το ευρώ μπορεί να γίνει πολύ πιο δύσκολη μόλις αρχίσει το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ που αναμένεται να ανακοινωθεί αύριο. Πάντως, η διατήρηση της σύνδεσης αποτελεί πράξη πίστης από πλευράς της Δανίας. Θα έπρεπε, ωστόσο, να το ξανασκεφτεί. Με μια πιο ευέλικτη νομισματική πολιτική, θα μπορούσε να κάνει περισσότερα για να τονώσει την οικονομία της από την αρχή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Οπως, άλλωστε, θα μπορούσε να είχε αποτρέψει κάποια υπερθέρμανση που υπέστη τα χρόνια πριν από την κρίση. Η κορώνα παραμένει συνδεδεμένη με το ευρώ από το 1999 και πριν από το 1999 με το γερμανικό μάρκο. Επιτρέπεται η διακύμανσή της σε ποσοστό έως 2,25% από την ισοτιμία των 7,46 έναντι ενός ευρώ. Στην πράξη, η κεντρική τράπεζα προσπαθεί να διατηρήσει τη διακύμανση μέσα στα όρια του 0,5%.

Η σύνδεση των δύο νομισμάτων θεσπίστηκε για να σταθεροποιηθεί η νομισματική πολιτική της Δανίας μετά μια περίοδο υψηλού πληθωρισμού, που κορυφώθηκε στο 12,3% το 1980. Δεν είναι σαφές αν είναι καλή ιδέα με τα σημερινά δεδομένα. Σε αντίθεση με τη Σουηδία, στην οποία επιτρέπεται η ελεύθερη διακύμανση του νομίσματος και μέχρι το 2010 είχε μια πιο συνετή νομισματική πολιτική, η Δανία δεν έχει ανακάμψει πλήρως από την παγκόσμια οικονομική κρίση. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ βρίσκεται ακόμη τουλάχιστον 7% κάτω από τα προ της κρίσης επίπεδα.

Εξακολουθούν, όμως, να την επιθυμούν χωρίς καμία αμφισβήτηση οι πολιτικοί και οικονομικοί κύκλοι της χώρας.

Οποτε αναφέρεται η αποσύνδεση της κορώνας από το ευρώ, οικονομολόγοι και πολιτικοί αναμασούν τετριμμένα επιχειρήματα, χωρίς καμία ουσιαστική αποτίμηση του οφέλους και του κόστους. Οταν σπούδαζα Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, διδαχθήκαμε για τα μακροοικονομικά των μικρών ανοικτών οικονομιών, τα διάφορα καθεστώτα συναλλαγματικών ισοτιμιών τόσο από θεωρητικής όσο και από ιστορικής πλευράς, καθώς και για τις τέλειες νομισματικές ζώνες. Οταν, όμως, εξετάσαμε τη νομισματική πολιτική της Δανίας, δεν μας ζήτησαν να εφαρμόσουμε καμία από τις θεωρίες που είχαμε διδαχθεί. Αντιθέτως, μας είπαν απλώς πως ήταν αδύνατον να εγκαταλείψουμε τη σύνδεση των δύο νομισμάτων: οι ξένοι επενδυτές θα εγκατέλειπαν αμέσως όλες τις τοποθετήσεις τους σε κρατικά ομόλογα και η οικονομία θα κατέρρεε.

Με το δημοψήφισμα του 1992, οι Δανοί ψηφοφόροι απέρριψαν τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και την ενέκριναν ύστερα από ένα έτος, έχοντας διασφαλίσει δικαίωμα εξαίρεσης σε τέσσερις τομείς, μεταξύ των οποίων η συμμετοχή στο ευρώ. Το δημοψήφισμα για το ευρώ έγινε το 2000 και απορρίφθηκε από το 53,2% των ψηφοφόρων. Ενα από τα καίρια επιχειρήματα υπέρ της συμμετοχής στο ευρώ ήταν πως η Δανία ήταν ήδη μια de facto χώρα της Ευρωζώνης. Ηταν αδιανόητο να εγκαταλειφθεί η σύνδεση των δύο νομισμάτων.

Δεδομένων των χαμηλών επιδόσεων της δανικής οικονομίας, μια άρση της σύνδεσης του νομίσματος μάλλον θα προκαλέσει πληθωρισμό, αλλά οι επιπτώσεις ίσως να μην είναι τόσο κακές. Ακόμη κι αν αρχίσει να έχει πραγματικές επιπτώσεις στην οικονομία, προβλέπω πως η κεντρική τράπεζα θα εξακολουθήσει να προστατεύει τη σύνδεση του νομίσματος με κάθε κόστος και όλα τα μεγάλα κόμματα θα στηρίξουν την πολιτική αυτή. Απλώς δεν υπάρχουν αρκετοί πολιτικοί που να διανοηθούν να εγκαταλείψουν την πολιτική καθορισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας.