Ο Βορίδης πήρε το τσεκούρι του

Του Νίκου Μωραΐτη

Είχα καιρό να ανατριχιάσω. Και, δυστυχώς, η ανατριχίλα που ένιωσα σήμερα δεν ήρθε από κάτι καλό. Από ένα τραγούδι, μία ερμηνεία, ένα έργο τέχνης, ένα έργο ζωής. Ήρθε βλέποντας το βιντεάκι στο YouTube με το μεγαλοστέλεχος της ΝΔ (και πρώην υπουργό) Μάκη Βορίδη να μιλάει σε ένα καφενείο της περιφέρειάς του («συνέβη στην Αττική», για να παραφράσω τον Χατζιδάκι, όχι στο τελευταίο αποκλεισμένο από τον πολιτισμό χωριό). Αν μπορούσα να ζητήσω μία χάρη από κάθε πολίτη αυτής της χώρας, θα ήταν να δει αυτό το βιντεάκι προτού ψηφίσει. Να δει τη φρασεολογία, την αισθητική του χώρου, τα πρόσωπα των συγκεντρωμένων.

Η πρώτη ανατριχίλα ήρθε –αυτονόητα- με το σημείο της ομιλίας του όπου ο Βορίδης λέει ΕΠΙ ΛΕΞΕΙ: «Η δικιά μας η γενιά τη χώρα δεν θα την παραδώσει στην Αριστερά. Δεν πρόκειται να τους αφήσουμε ό,τι κι αν είναι εκείνο το οποίο χρειάζεται να κάνουμε». Δηλαδή; Τι είναι αυτό που χρειάζεται να κάνουν για να μην πέσει η χώρα στα χέρια της «κακής» Αριστεράς; Νοθεία; Ή μήπως πραξικόπημα; Πριν γελάσει κανείς, ας θυμηθεί ότι αυτός που τα λέει αυτά είναι πολιτικός που κατάγεται ευθέως από τον εσμό των πραξικοπηματιών του 1967.

Άλλαξε, όμως, λέει. Μετάνιωσε. Το τσεκούρι ήταν ένα νεανικό σφάλμα. Ε, λοιπόν, η μεγάλη ανατριχίλα αυτού του βίντεο δεν είναι η επίκληση από τον ομιλητή τού Εμφυλίου, της Χούντας και των απολυταρχικών μεθόδων της. Η μεγάλη ανατριχίλα είναι η υποκρισία του ίδιου του –για πολλούς Νο2- στελέχους της Νέας Δημοκρατίας. Ο ίδιος που, όταν βρίσκεται στην αγαστή αγκάλη του MEGA υποδύεται τον ήπιο, τον συζητήσιμο και τον δημοκράτη, όταν βρεθεί στο οικείο περιβάλλον ενός χουντικού καφενείου εν μέσω καμιάς πενηνταριάς υπέργηρων ψηφοφόρων – νοσταλγών της Χούντας, γίνεται ο αληθινός του εαυτός. Γίνεται ο άνθρωπος με το τσεκούρι – για να επικαλεστώ μία ιστορική αντίθεση σε σχέση με τον «άνθρωπο με το γαρίφαλο» της Αριστεράς.

Ο Βορίδης δεν άλλαξε. Και γιατί να αλλάξει; Όπως δεν άλλαξε κανένα από τα στελέχη του ΛΑΟΣ και της ακροδεξιάς τα οποία εντέχθηκαν στο κυβερνητικό κόμμα πριν από δυόμισι χρόνια. Εδώ όμως έρχεται η ακόμη μεγαλύτερη ανατριχίλα. Ο Βορίδης με το τσεκούρι του δεν είδε φως και μπήκε στη ΝΔ. Προσκλήθηκε. Μπήκε ΜΕ ΕΝΤΟΛΗ ΣΑΜΑΡΑ, με εντολή του ανθρώπου ο οποίος παρέλαβε ένα κόμμα του «μεσαίου χώρου» και το μετέτρεψε σε σφηκοφωλιά κάθε φοβικού, ακοινώνητου ακροδεξιού.

Έχει όμως και τα δίκια του ο Βορίδης στην ομιλία του στον καφενέ της Χούντας: «Δεν θέλω να ξεγελιέστε. Την επόμενη Κυριακή δεν διαλέγετε ούτε ένα κόμμα ούτε διαλέγετε ένα οικονομικό πρόγραμμα. Η επόμενη Κυριακή είναι μία τεράστια ιδεολογική σύγκρουση. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κόσμους», είπε και ακριβώς αυτό συμβαίνει. Από τη μία οι παραγωγικές δυνάμεις του τόπου, οι οικογενειάρχες που φτωχοποιήθηκαν, οι νέοι επιστήμονες που εξορίστηκαν από την πολιτική της ίδιας τους της χώρας. Οι άνθρωποι που κοιτούν προς το μέλλον. Κι από την άλλη μεριά, εκείνοι που ζουν με τις αναμνήσεις της Χούντας, του Εμφυλίου, του Διχασμού, του μίσους, εκείνοι που μεθούν ακόμη με τον πιο κακό εαυτό αυτής της χώρας. Οι άνθρωποι που προσπαθούν με το τσεκούρι του χθες να κόψουν το αύριο.