Λαβωμένο γεράκι

του Γιάννη Μακριδάκη

11 Ιανουαρίου 2015

Κατά την πρωινή πεζοπορία στους πέριξ αγρούς είδα ένα μεγάλο σταχτί πουλί. Σηκώθηκε από τη γη και ξανάκατσε κάμποσα μέτρα πιο κάτω. Τραυματισμένο, σκέφτηκα. Ο νους μου πήγε αμέσως στις τουφεκιές που ακούγονται στην περιοχή κάθε σούρουπο. Πήγε μετά και στην ίδια σταχτιά εικόνα του, την οποίαν είχα μόλις προλάβει να αντιληφθώ ένα πρωί καθώς έμπαινα στο περιβόλι κι αυτό απογειώθηκε σαν σίφουνας, τρομαγμένο στη θέα μου, αφήνοντας πίσω την όρνιθα νεκρή και μισοφαγωμένη.

Έβγαλε μια φίλη το μπουφάν της και μου το ‘δωσε. Μπήκα στα περιφραγμένα χωράφια και έψαξα να το βρω. Ένιωσα κάποια στιγμή το οξύ του βλέμμα να με διαπερνά. Ήταν κίτρινο και χωμάτινο ταυτόχρονα, ξεχώριζε ανάμεσα στο πράσινο της χειμωνιάτικης φύσης. Έκανε τότε να πετάξει αλλά προτίμησε να λουφάξει καθώς το πλησίαζα. Στάθηκα στο ένα μέτρο μακριά του για μερικά δευτερόλεπτα και αναμετρηθήκαμε, δε μπορούσα να το κοιτάξω στα ίσα και κατάματα, τόσο περήφανο ήταν που μου απόδιωχνε το βλέμμα, το κοιτούσα περιμετρικά και πλάγια, ζύγιασα το βηματισμό μου και το μπουφάν στα χέρια μου, ζύγιασε κι αυτό τα πόδια και τα φτερά του, με μία κίνηση πεταχτή έριξα το μαύρο ύφασμα πάνω του και του ‘κρυψα τον ήλιο, το πλάκωσα προτού προλάβει να ανοίξει το λαβωμένο του φτερό και να μου φύγει.

Σε λίγο θα ταξιδέψει μαζί με μια φίλη που φεύγει για Αθήνα. Συνεννοηθήκαμε τηλεφωνικά με το κέντρο περίθαλψης ΑΝΙΜΑ και θα το παραλάβουν. Ελπίζουμε ότι θα ξαναπετάξει και ότι θα το ξαναφέρουμε εδώ, στον βιότοπό του, ότι θα το υποδεχτούμε μία των ημερών ξανά και ότι έτσι όπως το συνέλαβα σήμερα και το τρόμαξα, έτσι πάλι ένα πρωί θα το απελευθερώσω

 

Κι άλλο λαβωμένο γεράκι μάζεψα…

Μεσημέρι της Κυριακής 18ης Ιανουαρίου 2015 και ενώ ανηφόριζα το μονοπάτι προς το χωριό, πιάνει η άκρη του ματιού μου μια σταχτόμαυρη φιγούρα να πεταρίζει μέσα σε κάτι ξερόκλαδα.

Πριν προλάβω να σκεφτώ οτιδήποτε συγκεκριμένο, είχα βγάλει την μπλούζα μου διότι δεν φορούσα μπουφάν λόγω της όμορφης λιακάδας. Καβάλησα την ξερολιθιά και μπήκα στο αγριεμένο χωράφι.

Ήταν ένα σαϊνι με πανέμορφα κατακίτρινα και διαπεραστικά μάτια. Με παίδεψε πολύ για να το πιάσω. Προφανώς ήταν φρεσκοχτυπημένο, μάλλον σημερινό κατόρθωμα των κυνηγών που θέλουν να μας συστήσουν και τι να μην ψηφίσουμε, είχε δε πολλά κουράγια και πετούσε από χωράφι σε χωράφι, έκανε καμιά εικοσαριά μέτρα πτήση και ξανακαθόταν στη γη. Κάποτε κατάφερα και το κουκούλωσα με την μπλούζα μου

Πήρε κι αυτό το δρόμο για το Κέντρο Περίθαλψης ΑΝΙΜΑ με την βοήθεια κάποιων ανθρώπων που βρήκα στην ταβέρνα του χωριού, οι οποίοι ανέλαβαν το πρώτο στάδιο της μεταφοράς του μέχρι την πόλη της Χίου. Άλλος άνθρωπος από εκεί θα το βάλει τα μεσάνυχτα στο πλοίο για Πειραιά, στα ασυνόδευτα δέματα και άλλος πάλι θα το παραλάβει. Τόσοι άνθρωποι, τόση προσπάθεια, τόση ομορφιά ψυχής για έναν ασυνείδητο και εντελώς ηλίθιο που κρατάει τουφέκι.

Όλοι αυτοί οι ηλίθιοι ασυνείδητοι αποτελούν συμπτώματα και προϊόντα του καταναλωτισμού, τον οποίον στηρίζουν και γιγαντώνουν με τον καθημερινό τους βίο η μεγάλη πλειονότητα των δυτικών κοινωνιών, ακόμη και εκείνοι που λυπούνται αυτά τα πλάσματα τα πυροβολημένα, ακόμη και εκείνοι που δεν θα έκαναν ποτέ τους κάτι τέτοιο, ακόμη και εκείνοι που αγανακτούν θεωρητικά με αυτές τις συμπεριφορές, όλοι όσοι ζούμε ακόμη μακριά από τον φυσικό μας εαυτό και φτιάχνουμε βιότοπο για την ανοησία και την ασυνειδησία γύρω μας.