Προσωπικά δεδομένα…

του Ρογήρου

Φραντς Κόνραντ φον Χέτσεντορφ, πορτραίτο φιλοτεχνημένο από τον Χέρμανν Τόργκλερ, 1915

Οι μεγάλες μεταβολές είναι έργο σχεδόν αόρατων δυνάμεων, συλλογικών κι απρόσωπων, που επενεργούν υπόγεια στις ανθρώπινες κοινωνίες σε βάθος χρόνου. Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, όταν επιχειρείται να εξηγηθούν συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα, η προσωπικότητα των πρωταγωνιστών τους είναι πάντα άξια προσοχής.

Στο δαιδαλώδες πλέγμα των πολλαπλών κέντρων εξουσίας της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, εκεί κάπου στις αρχές του 20ού αιώνα, η φιλοπόλεμη σκληρή γραμμή ενσαρκωνόταν κυρίως από έναν άνθρωπο: τον Φραγκίσκο Ξαβέριο Ιωσήφ Κορράδο βαρόνο του Χέτσεντορφ (Franz Xaver Josef Conrad von Hötzendorf), αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων της αυτοκρατορίας.

Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στρατιωτικών, ο φον Χέτσεντορφ γεννήθηκε το 1852 στο Πέντσινγκ, ένα προάστιο της Βιέννης. Ακολούθησε κι εκείνος στρατιωτική σταδιοδρομία και διακρίθηκε τόσο ως διοικητής μονάδων όσο και ως καθηγητής στρατιωτικών σχολών και θεωρητικός της τακτικής και της στρατηγικής, φτάνοντας, το 1902, στον βαθμό του στρατάρχη. Το 1886 είχε νυμφευθεί την κατά οκτώ χρόνια νεότερή του Βιλελμίνη λε Μπω, με την οποία απέκτησε τέσσερις γιους.

Ο φον Χέτσεντορφ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φυσιογνωμία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ή παράξενη (πράγμα που τελικά ίσως και να είναι το ίδιο). Η ψυχική ισορροπία του ήταν ιδιαίτερα εύθραυστη. Μετά τον πρόωρο θάνατο της συζύγου του, το 1905, έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη. Έφτασε μέχρι του σημείου να σκέφτεται μήπως θα ήταν καλύτερο να παραιτηθεί από τη θέση του στο στράτευμα. Η συνηθέστερη διαφυγή του από τη θλίψη ήταν οι συχνές εκδρομές του στα βουνά: περνούσε ώρες ολόκληρες σχεδιάζοντας απότομες δασωμένες πλαγιές. Ο διορισμός του το 1906 στη θέση του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου θα πρέπει να έδωσε, προσωρινά έστω, τέλος στις αμφιβολίες του.

Βιργινία φον Ράινινγκχάους

Βιργινία φον Ράινινγκχάους

 
Κι έπειτα… ήρθε ο έρωτας. Το 1907, σε κάποια δεξίωση, γνώρισε τη Βιργινία (Τζίνα) φον Ράινινγκχάους, σύζυγο ενός Βιεννέζου βιομηχάνου. Την επομένη την επισκεπτόταν στην έπαυλή της: «Είμαι παράφωρα ερωτευμένος μαζί σας κι η μόνη σκέψη που έχω στο μυαλό μου είναι ότι πρέπει να γίνετε γυναίκα μου»! Η έκπληκτη Τζίνα προσπάθησε να του εξηγήσει ότι υπήρχε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο: ο επταπλός δεσμός με τον σύζυγό της και τα έξι παιδιά τους. Αυτό δεν ήταν αρκετό για να αποθαρρύνει τον πενηνταπεντάχρονο στρατιωτικό που ως θεωρητικός πίστευε ότι η επίθεση είναι ό,τι καλύτερο. Μια μέρα αργότερα, ένας υπασπιστής του επισκεπτόταν την φον Ράινινγκχάους για να τη συμβουλέψει ότι, δεδομένης της εύθραυστης ψυχικής υγείας του επιτελάρχη, καλό θα ήταν η κυρία βιομηχάνου να μην του στερήσει κάθε ελπίδα! Λίγες μέρες μετά, ο Κόνραντ φον Χέτσεντορφ επέστρεφε για να δηλώσει στην Τζίνα ότι αν τον απέρριπτε θα υπέβαλε την παραίτησή του από τη θέση του αρχηγού του γενικού επιτελείου και θα ιδιώτευε. Μπροστά στον ερωτικό εκβιασμό, βρέθηκε τελικά μια συμβιβαστική λύση: η Τζίνα θα συνέχιζε να ζει με τον άντρα της και τα παιδιά τους, αλλά με την πρώτη ευκαιρία θα είχε κατά νου τον φον Χέτσεντορφ.

Και η ευκαιρία δεν άργησε να εμφανισθεί. Ο κύριος φον Ράινινγκχάους, άλλωστε, είχε πολλές ερωμένες για να ξεχαστεί. Κι αν ήθελε να παρηγορηθεί δεν είχε παρά να δει τα νούμερα στις επικερδείς συμβάσεις προμήθειας των ενόπλων δυνάμεων τις οποίες του χάριζε η απιστία της συζύγου του.

hotzendorff1248575145_65

Ο Κόνραντ φον Χέτσεντορφ είχε ανακαλύψει το νόημα της ζωής. Έγραφε στην αγαπημένη του ερωτικές επιστολές κάθε ημέρα. Επειδή όμως δεν μπορούσε να τις στείλει δίχως να θέσει σε κίνδυνο το μέλλον όχι μόνο δύο οικογενειών, αλλά κι ολόκληρης της αυτοκρατορίας, επέλεξε να τις συγκεντρώνει σε ένα ημερολόγιο το οποίο ονόμασε «Ημερολόγιο των μαρτυρίων μου». Από το 1907 έως το 1915 έγραψε στην Τζίνα περισσότερες από τρεις χιλιάδες επιστολές, κάποιες από τις οποίες ξεπερνούσαν τις εξήντα σελίδες. Κι ήταν τέτοια η ψύχωση με τον ερωτικό δεσμό του που όταν, χρόνια αργότερα, ανοίχτηκε το προσωπικό αρχείο του, βρέθηκαν πάμπολλα αποκόμματα εφημερίδων με διαφημίσεις για αντιρυτιδικές κρέμες κι αντρικά καλλυντικά.

Επειδή αυτό που είχε σημασία για τον φον Χέτσεντορφ ήταν ο παράνομος δεσμός του, εκείνος δεν είχε κανένα ενδοιασμό να υποστηρίζει ακραίες θέσεις στην επαγγελματική ζωή του. Σε καθένα από τα πολλά διπλωματικά ζητήματα που ταλάνιζαν την αυτοκρατορία ο φον Χέτσεντορφ έδινε πάντα την ίδια απάντηση: πόλεμος! Πόλεμος κατά του Βασιλείου της Σερβίας, πόλεμος κατά του Μαυροβουνίου, πόλεμος κατά της Ρουμανίας και της τσαρικής Ρωσίας, πόλεμος ακόμη κι εναντίον της τυπικά συμμάχου Ιταλίας. Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου ήταν δαρβινιστής: πίστευε ότι τόσο οι ανθρώπινες κοινωνίες όσο και η διεθνής κοινότητα αποτελούν πεδίο συγκρούσεων από τις οποίες μόνον οι ισχυρότεροι μπορούν να επιβιώσουν.

Δεν ήταν κι ένθερμος οπαδός της δυαρχίας που είχε καθιερώσει ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ. Οι Ούγγροι τού προκαλούσαν έντονη δυσπιστία. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που είχε εγκάρδιες σχέσεις με τον αρχιδούκα Φραγκίσκο Φερδινάνδο, πρίγκιπα διάδοχο της αυτοκρατορίας. Ούτε ότι ο Υπουργός Εξωτερικών Αλόις Λέξα φον Έρενταλ καταλεγόταν ανάμεσα στους αντιπάλους του. Εκείνος ήταν, άλλωστε, που πρότεινε στον αυτοκράτορα να απολύσει τον φον Χέτσεντορφ εξαιτίας των αναίτια φιλοπολεμικών απόψεών του. Τον Δεκέμβριο του 1911 ο αυτοκράτορας και αποστολικός μονάρχης απήλλασσε τον ήρωά μας από τα καθήκοντά του. Προσωρινά μόνο, όπως επρόκειτο να αποδειχτεί. Ένα χρόνο αργότερα, ο αρχιδούκας έπειθε τον θείο του να διορίσει εκ νέου τον Φον Χέτσεντορφ αρχηγό του γενικού επιτελείου. Ο φον Έρενταλ, ήδη από τον Φεβρουάριο του 1912, είχε αποδημήσει σε άλλους τόπους εξαιτίας μιας καλπάζουσας λευχαιμίας.

Κάπως έτσι, ο Φον Χέτσεντορφ δεν σταματούσε να ονειρεύεται τον πόλεμο, τον πόλεμο που θα του έδινε την ευκαιρία να επιστρέψει σαν ήρωας και να κερδίσει για πάντα την καρδιά της αγαπημένης του Τζίνας, βουλώνοντας τα στόματα του κοινωνικού περίγυρου. Στα άρθρα του σε εφημερίδες, στις επίσημες αναφορές και τα υπομνήματα που συνέτασσε, ξεκινούσε πάντα υπερήφανα με την ίδια φράση:  «Θα υποστηρίξω εν προκειμένω την άποψη που πάντα υποστήριζα». Κι η άποψη αυτή ήταν ο πόλεμος. Μόνο κατά τη διάρκεια του 1913, πρότεινε ως μόνη λύση τον πόλεμο κατά της Σερβίας σε τουλάχιστον 25 έγγραφα!

Ο φον Χέτσεντορφ στο γραφείο του, 1914

Ο φον Χέτσεντορφ στο γραφείο του στο Γενικό Επιτελείο, 1914

 
Και κάποια στιγμή ο πόλεμος έφτασε! Κι είχε γι’ αφορμή τη δολοφονία του αρχιδούκα, του αγαπητού φίλου και προστάτη. Κι ο αρχηγός του επιτελείου έπρεπε τώρα να παίρνει αποφάσεις από τις οποίες θα κρίνονταν ζωές. Χιλιάδες ζωές. Αποφάσεις που πολλοί μετά από χρόνια θα υποστήριζαν ότι ήταν καταστροφικές. Μα ο φον Χέτσεντορφ δεν πρέπει να το ένιωθε έτσι. Άλλωστε, το 1915 κατόρθωνε να παντρευτεί την αγαπημένη του, παρά τις έντονες αντιδράσεις των γιων του και των παιδιών της φον Ράινινγκχάους.

Σε κάθε περίπτωση, πλήρωσε υψηλό τίμημα για τις επιλογές του. Δύο γιοι του σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών. Είδε την αγαπημένη του αυτοκρατορία να διαλύεται.

Πέθανε στις 25 Αυγούστου 1925 στο Μπαντ Μέργκεντχάιμ της Γερμανίας ενώ ακολουθούσε πρόγραμμα λουτροθεραπείας. Στην κηδεία του, στις 2 Σεπτεμβρίου, εκατό χιλιάδες Βιεννέζοι τον συνόδεψαν στην τελευταία του κατοικία. Η Τζίνα πληροφορήθηκε την ύπαρξη του ημερολογίου του δεύτερου συζύγου της με τις τρεις χιλιάδες ερωτικές επιστολές μόνον αφότου εκείνος δεν βρισκόταν πια στη ζωή.

[Πηγές: Christopher Clark The Sleepwalkers: how Europe went to war in 1914, εκδ. Allen Lane, Λονδίνο 2012 και Penguin Books, Λονδίνο 2013, σελ. 101 επ. (ελληνική έκδοση: «Οι Υπνοβάτες: πώς η Ευρώπη πήγε στον πόλεμο το 1914», εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014, μετάφραση Κώστας Κουρεμένος)/ Lawrence Sondhaus: «Franz Conrad von Hötzendorf. Architect of the apocalypse» Humanity Press, Βοστώνη 2000/ Wikipédia/ Virginia „Gina“ Laura Antonia Gräfin Conrad von Hötzendorf «Mein Leben mit Conrad von Hötzendorf», Λειψία 1935]