Επιστολές προς Έναν Αναγνώστη ΚΑ'

της Δάφνης Χρονοπούλου

'Είναι γλυκές οι αμαρτίες οι μικρές'

"Είναι ανιαρό το να κοιτάς το χρόνο να πεθαίνει όταν οι χειμωνιάτικοι αέρηδες κάνουν κιτρινισμένα δάση να ριγούν..." Kι ακόμα πιο ανιαρή είναι η πρόχειρα μεταφρασμένη ποίηση, το ξέρω.

"Θα 'χω ένα τάφο
 που θα τον χτυπά ο βοριάς,
 έτσι που θα είναι πάντα
καλυμμένος με ροδοπέταλα

είπε ένας Πέρσης ποιητής πριν από εννιακόσια χρόνια κι απόψε που ο βοριάς χτυπάει την πόρτα μου άγρια ο νους δεν πάει στον Eλύτη και το δικό του καλοκαιρινό "μικρό βοριά" που χτύπαγε "πορτόφυλα και το παραθυράκι" και ήταν δυνατόν να του παραγγέλνουμε,

"να 'ναι καλό παιδάκι
γιατί στο σπίτι που αγρυπνώ
η αγάπη μου πεθαίνει",

διότι είναι Χριστούγεννα κι ο Χρόνος πεθαίνει (όπως κι εμείς μέρα τη μέρα) σαν τους ναρκίσσους στο βάζο μου που με ζαλίζουν μαζί μ' αυτό τον Πέρση ποιητή που, δυστυχώς σου τον προσφέρω από τρίτο χέρι διότι τον ξαναδιαβάζω στην αγγλική μετάφραση των μέσων του 19ου αιώνα που έχει μιά γεύση βυρωνική και ρομαντική η οποία γεννά πολλές αμφιβολίες για το πόσο κοντά είναι στο πρωτότυπο.

Τον παλιό καλό πανθεϊστή και επικούρειο μέθυσο και λάτρη των ροδώνων, θυμάμαι, τον Ομάρ Kαγιάμ που έζησε και έγραψε τα "Ρουμπαγιάτ" του στο τέλος του 11ου και τα πρώτα χρόνια του 12ου χριστιανικού αιώνα μας.

Ήταν τρία αγοράκια που ήτανε συμμαθητές, λέει ο μύθος, και μελετούσανε με πάθος το Κοράνι και την 'Άλγεβρα και την Αστρονομία, και τόσο αγαπήθηκαν που ορκίστηκαν πως επειδή είναι μαθηματικώς ανέφικτο να πετυχαίνουμε όλοι στη ζωή, όποιος από τους τρείς τους έκανε την τύχη του, θα τη μοιραζόταν με τους άλλους δυό. O ένας έφτασε ως την Καμπούλ, έγινε πολιτικός και κατέληξε μεγάλος σουλτάνος, ο περιβόητος Γέρος Του Βουνού, τρόμος Μουσουλμάνων και Χριστιανών και ιδρυτής των θρυλικών Xασάσινς για τους οποίους σου έχω ξαναπεί (κι έχω γράψει και ποίημα). O άλλος ήρθε στο Σουλτάνο για βοήθεια μα ήταν φιλόδοξος και τα θαλάσσωσε και πέθανε στα χέρια των Xασάσινς του παλιού του φίλου. Kι ο τρίτος ήταν ο δικός μας, ο Ομάρ Kαγιάμ, ο ποιητής που από τον πολυχρονεμένο του Bεζύρη και παλιό συμμαθητή δε ζήτησε αξιώματα, εξουσία ή τιμές, αλλά το πολύτιμο δικαίωμα στην τεμπελιά, το απαραίτητο σε όποιον επέλεξε το δύσβατο μοναχικό μονοπατάκι της σοφίας.

"Εδώ, μ' ένα κομμάτι ψωμί κάτω απ' τη φυλλωσιά,
μ' ένα φλασκί κρασί κι ένα βιβλίο με στίχους

κι Εσένα πλάι μου να τραγουδάς στην ερημιά,
γίνεται η ερημιά παράδεισος".

Τα μαθηματικά και την αστρονομία δεν τα εγκατέλειψε ποτέ· επινόησε ένα σημαντικό και ακριβέστατο ημερολόγιο και στα τετράστιχά του βρίσκουμε πολλές αναφορές στην πολιτική, τους πλανήτες και τις διάφορες θρησκείες. Ουδείς προφήτης στον τόπο του, βέβαια, και ο Ομάρ μας δεν είναι εξαίρεση. Λόγω του πανθεϊσμού του έγινε μισητός στους Σούφι (παραήταν σοφιστικέ για να είναι φανατικός) και τους Ισλαμιστές γενικώς και έτσι τα έργα του σώθηκαν εντελώς αποσπασματικά.

Ήταν μιά πόρτα, λέει, μα το κλειδί της δεν το βρήκαμε. Ήταν ένα πέπλο μα πίσω του δε μπόρεσα να δω. Ήταν λίγα λόγια, για Μένα και για Σένα. Μας φάνηκε. Kι ύστερα, ούτε Εσύ, ούτε Εγώ.

Όταν ήμουν νέος, λέει, συναναστράφηκα Γιατρούς κι Αγίους κι άκουσα Επιχειρήματα γι' αυτό κι εκείνο· μα τελικά βγήκα από την Πόρτα που είχα μπει. Kι ύστερα, εξηγεί ότι με γιορτές και πανηγύρια την παντρεύτηκε τη Λογική αλλά τού βγήκε στείρα και τη χώρισε και πήρε στο κρεβάτι του την Κόρη του Αμπελιού.

Τετράστιχα είναι τα "Ρουμπαγιάτ", σκόρπιοι απλοί συλλογισμοί κι αισθήματα ενός σοφού που αγάπησε τα ρόδα και το κρασί, ύμνησε το σταφύλι και δε ξέχναγε ποτέ πως όλες μας οι θεωρίες κι οι θρησκείες είναι εικασίες για τις οποίες "παλεύουν οι Σοφοί στης Υφηλίου τον Καυγά ".

Στην αγορά, βλέπει έργα από πηλό κι αναρωτιέται ποιός να είναι ο Πλάστης και γιατί αφού έκανε τόσο κόπο να τα φτιάξει ύστερα ο ίδιος δίνει μιά και τα καταστρέφει. Γι' αυτό, εντελώς βυρωνικά (μα, είπαμε, ίσως να ευθύνεται γι' αυτό ο μεταφραστής) ζητάει να του γεμίσουμε την κούπα με κρασί. Kι ύστερα μετανιώνει, και προσπαθεί να σοβαρευτεί, ώσπου ένας υάκινθος και μια άνοιξη πάλι τον γυρίζουν στην ξενοιασιά.

Σαν τη χρονιά που φεύγει, τώρα που σου γράφω, σαν τους αιώνες που πέρασαν είναι αυτά τα λίγα "Ρουμπαγιάτ" που επέζησαν διασκορπισμένα σε δυο-τρεις μεγάλες βιβλιοθήκες ώσπου να τα ανακαλύψει ένας Άγγλος πριν από 150 χρόνια και να τα κάνει διάσημα μέσα στη μόδα του οριενταλισμού, τα χρόνια των χρυσών αποικιών και των περιηγητών και των ανασκαφών, για να 'ρθουν ως Εσένα και ως Εμένα απόψε, να μας προσφέρουν ένα ακόμα ρόδο της Περσίας λίγο μετά από τα Χριστούγεννα.

Δεν αγαπάω τις γιορτές, θα το κατάλαβες. Mα οι μικρές οι αμαρτίες είναι πάντοτε γλυκές· γι' αυτό περνάω τις άγιες τούτες μέρες με κάποιον που δε ζήτησε να μας σώσει ή ν' αναστηθεί, δε ζήτησε να τον ακολουθήσουμε, κι άλλο παράδεισο δεν ονειρεύτηκε από τον κήπο του παλιού του φίλου και ένα τάφο που θα τον χτυπάει ο βοριάς.

Δεν είμαστε στη χώρα του Ελύτη απόψε, το θρούμπι και τα σκίνα κι οι ασφόδελοι μοιάζουν όνειρα μακρινά κι εξωτικά στο λευκό Μυκονιάτικο τοπίο όσο κι εκείνα τα έλατα με τις μπάλες και τα άστρα τα χρυσά. Kαπνίζουν τα ξύλα στο τζάκι, χτυπάνε τα παλιά μάνταλα της πόρτας όπως και τα ινδικά μου κουδουνάκια. Τα Σατουρνάλια των Ρωμαίων έρχονται· γιορτές τρομακτικές του μαύρου Κρόνου με μασκαράδες που η δεισιδαιμονία του λαού τους έκανε καλικάντζαρους.

Δεν είμαστε στη χώρα του Ελύτη απόψε, σίγουρα, ούτε στου Καζαντζάκη το καυτό ορυχείο. Δεν είμαι όμως ούτε στου Ντίκενς τα καπνισμένα τα στενά και τα ζεστά δωμάτια που μυρίζουν πορτοκάλι, κρέας ψητό και τσάι απ' τις Ινδίες. Έχω τις ιστορίες του πλάι μου, όπως έχω πάντα τον Τολστόι μου για τα κρύα.

Οι γοητευτικοί μου οι Aλεξέϊ και οι Aλιόσα ντύνονται για να πάνε στους χορούς να χαρτοπαίξουν, να μεθύσουν, να φλερτάρουν κι ύστερα να αγριέψουν και να τσακωθούν, να θυμηθούν παλιούς καημούς, να βλαστημήσουνε και να μονομαχήσουν. Ψεύτικο κέφι γιορτινό, φιλιά οικογενειακά ανθρώπων που δεν επιλέξαμε με "μουσικές εξαίσιες με φωνές" κι έρχεται πάλι ανάμεσα στους Ρώσους μου ο Καβάφης, και τον ανοίγω να ξαναπάω στο σπίτι του Μύρη, στην Αλεξάνδρεια του 340 μ.X., (τώρα που θα έπρεπε να ετοιμάζομαι να βγω):

"...μ' όλο που αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές..."  

Kι είναι το δίλημμα σαχλό αλλά μεγάλο και παλιό διότι είναι δύσκολο να πεις ωμά πως απόψε, απόψε που όλα οφείλουν να 'ναι γιορτινά, τους μόνους που θα ήθελα να συναντήσω είναι τους αδελφούς Καραμαζώφ το βράδυ εκείνο που ο καθένας για δικούς του λόγους νόμιζε πως εκείνος ήταν που σκότωσε τον πατέρα τους και πως αυτό που θέλω είναι να με βρει τούτο το πρωί παρέα με το Ντοστογιέφσκι και τους παλιούς κιτρινισμένους τόμους που λερώνουνε τα χέρια. Δε θα το κάνω βέβαια. Μεγαλώσαμε. Kι είμαι περήφανη γι' αυτό, αλλά... αλλά είπαμε

"Είναι γλυκές οι αμαρτίες οι μικρές,
το ρόδο της σοφίας έχει αγκάθια,
και οι μικρές ιεροσυλίες δεν έβλαψαν κανένα" (απ' όσο ξέρουμε όσο ακόμα είμαστε εν ζωή) 

Θα βάλω τα κόκκινα γοβάκια  μου λοιπόν, θα μπω στων Χριστιανών τα σπίτια, με συνοδό μου, όχι κάποιον αγριεμένο Aλεξέϊ μα, τον αγαπημένο μου Μυλόρδο, τον κουτσό μου ποιητή, που  θα μου ψιθυρίζει το μακρύ πικρόχολο σατυρικό του ποίημα εναντίον του βαλς. Διότι ο Bύρων, που ντρεπόταν να χορεύει, ύμνησε μεν εξαίσια την "Ωραία Ελλάδα· θλιβερό ερείπιο", αλλά πήγαινε και στους χορούς που τον καλούσαν κι ας γύριζε μετά στο σπίτι για να γράψει άλλο ένα Κάντο για κάποιο Πειρατή ή Δον Ζουάν,  για έναν τρελό, παράφορο φονιά ή ένα αγόρι πλανεμένο απ' τη γλυκειά Σουλτάνα.

Μαζί του πρόκειται να βγω απόψε στο ερημικό αυτό νησί, μπροστά στο ειρωνικό του βλέμμα θα χορέψω κι όταν γυρίσουμε μαζί στο σπίτι το πρωί θα μας περιμένει ο Ομάρ Kαγιάμ, ο άλλος άθεος και ξένος, ο άλλος που δεν αγαπήθηκε από τους δικούς του. Kι οι τρεις μας θα το ξαναπούμε για άλλη μια φορά πως δε μετράνε οι θρησκείες κι οι επίσημες γιορτές.

Βάλε κι εσύ επίσημη στολή, μ' όλα σου τα παράσημα κι ένα χαμόγελο πικρό και βγες να φιληθείς και να ευχηθείς Χρόνια Πολλά σ' εκείνους που δεν αγαπάς. Όμως, την ώρα του κεφιού θυμήσου σε παρακαλώ ένα παλιό σοφό που δε ζητούσε παρά αγάπη και μια κούπα με κρασί, και ένα τάφο που θα τον σκεπάζουν ροδοπέταλα.

Kαι επειδή, όπως είπε κι η Ιουλιέττα στο γνωστό μπαλκόνι: "τι είναι σ' ένα όνομα; Το ρόδο όπως και να το πεις σα ρόδο θα μυρίζει", οι θεωρίες και τα ονόματα είναι αμέτρητα κι οι λέξεις άπειρες γι' αυτό και σου εύχομαι XPONIA ΠOΛΛA, διότι

η συνέχεια έπεται.