Η Χαρά της Γιορτής

της Αθηνάς Τζολάκη

Την πρώτη παραμονή πρωτοχρονιάς που θυμάμαι έκανε τρομερό κρύο στο Ζάππειο, μπορεί και αλλού, αλλά εγώ θυμάμαι μόνο το Ζάππειο. Φορούσα ακόμα το βαφτιστικό μου μπουκλέ μπεζ παλτουδάκι, και ήμουν ας πούμε γύρω στα τέσσερα. Τα πρωτοχρονιάτικα λαχεία, οι λαχνοί, έδιναν και έπαιρναν και κάποιος μου χάρισε κάτι, εκεί επί τόπου στο Ζάππειο, κάτι σαν ένα μικρό… γουδί. Χρόνια τώρα ζω με την απορία αν υπήρξαν ποτέ μικρά γουδιά, παιχνίδια. Μετά από μακρόχρονη ανάλυση τείνω να πιστέψω ότι όχι, θα θυμάμαι μάλλον τα κουδούνια των πλανόδιων Άγιο Βασίληδων. Σίγουρα είχε βραδιάσει.

Τα δώρα μας τα πρωτοχρονιάτικα από παππούδες, θείους, και λοιπούς εθελοντές, μας έδιναν πολύ χαρά, όπως πάντα τα δώρα δίνουν χαρά στα παιδάκια. Και ποτέ δεν φανταστήκαμε ότι τα έφερνε ο Άγιος Βασίλης. Ο Άγιος Βασίλης ήταν μόνο ένα σύμβολο της Πρωτοχρονιάς και ένας Άγιος που είχε βάλει τα τιμαλφή των κατοίκων της Καισάρειας μέσα σε πίτες για να είναι δίκαιη η μοιρασιά, μετά από κάποιο μπέρδεμα με τους άρχοντες Ρωμαίους. Τα δικά μας τα δώρα τα έφερνε : α) ο θείος Μίμης, που κάναμε Πρωτοχρονιά σπίτι του, και ήταν συνήθως ένα πενηντάρικο μέσα σε ένα βιβλίο τύπου οι Νέοι Ροβινσώνες ή η Πολυάννα και το Παιχνίδι της Χαράς, β) Ο παππούς ο Στάθης, που μας έσερνε, ο χρυσός μου, μαζί του μέχρι τα μαγαζιά, να διαλέξουμε ή επιτραπέζιο ή μαρκαδόρους ή κατσαρολικά και που το πραγματικό του δώρο ήταν ακριβώς αυτός ο περίπατος στους δρόμους της γιορτής, της φασαριόζικης γιορτής με τα λαχεία, τα μπαλόνια, τους φουσκωτούς Άγιο Βασίληδες, τους πλανόδιους με τους Καζαμίες, τα χρυσόχαρτα, τις βιτρίνες, τα κάλαντα, τις καραμούζες, γ) Η ηλικιωμένη συγγενής, Κα Κολιοπούλου, που είχε κάτι για τον καθένα, μια τσατσάρα, ένα κοκαλάκι, ένα καλσόν, αγορασμένο από το σπηλαιώδες ψιλικατζίδικο της γειτονιάς, το ονομαζόμενο Κυρά Καρύδαινα, δ) ο οικογενειακός προϋπολογισμός, εφ’ όσον περίσσευε και κάτι, μετά τις καρό φούστες από τον Τσιτσόπουλο και τα λουστρίνια από το Μούγερ, μας επέτρεπε μια κούκλα, ε) οι λοιποί εθελοντές, ανάλογα με τη χρονιά, έφερναν, κουμπαράδες, κομπινεζόν με απλικέ γατάκια, κολόνιες Ravel, τσαντούλες, μεγάλα τρίγωνα ροζ στυλό, τον φωτεινό παντογνώστη, ένα βιβλίο, άλλο βιβλίο, ένα ημερολόγιο με κλειδαριά, σετ αλληλογραφίας.

Μα το πιο μεγάλο δώρο, το ανεκτίμητο, ήταν η λάμψη της γιορτής, η ίδια η γιορτή, η μαγεία του χρυσόχαρτου, η χαρά του συγχρωτισμού, οι συνεπαρμένοι εαυτοί μας, το μοίρασμα της χαράς. Αγαπώ τις γιορτές, έτσι έμαθα, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Απορώ όταν ακούω ότι οι γιορτές είναι για τα παιδιά. Οι γιορτές είναι για όσους αγαπούν την χαρά, και θέλουν να την μοιραστούν επισήμως. Μόνο που η χαρά καμιά φορά είναι ντροπαλή και θέλει κανάκια και αγάπες χαμόγελα, μουσικές, μαγειρέματα και φιλιά, για να έρθει να σε βρει.

Χρόνια μας Πολλά !