Εαρινός εσπερινός

του Γιάννη Μακριδάκη

Απόγευμα, απόλυτη γαλήνη στη φύση ολόγυρα. Έβαζα φυτά από νωρίς, είχε φτάσει πια η ώρα της δύσης και φύτευα ακόμη, τις τελευταίες για σήμερα ντοματιές, έτσι τουλάχιστον είχα ορίσει μέσα μου.

Από το χωριό ακουγόταν τα μεγάφωνα του Άη Γιώργη. Εσπερινός. Παραμονή της χάρης του.

Δεν έχω σχέση με εκκλησιές, με χριστιανικές τελετές, εορτές και λοιπά, δεν με ενδιαφέρουν ούτε με αγγίζουν, ούτε μετέχω στα χριστιανικά έθιμα και στις τελετουργίες, μπορώ όμως να τον διακρίνω τον Θεό παντού, στη φύση, στα πλάσματα, στην τέχνη των ανθρώπων.

Μόλις φύτεψα το τελευταίο φυντάνι κατέκλυσε το σύμπαν μου ο Ύμνος. Φως ιλαρόν. Τα ξέμακρα μεγάφωνα φέρνανε ως εμένα γλυκά και χαμηλότονα τη φωνή του ψάλτη του Γιώργου.

Κάθισα στη γη και έκλεισα τα μάτια μου, απόλαυσα τον κορυφαίο των Ύμνων. Γαλήνη και ένα λεπτό άρωμα γαζίας στον αέρα, τα πουλιά υποκλίθηκαν στην τέχνη του ανθρώπου.

Αίσθηση Θείας Χάρης. Η Φύση και η Τέχνη σε στιγμή απόλυτης αρμονίας. Ο Θεός είναι αυτή ακριβώς η στιγμή, η αρμονική συνύπαρξη του Ανθρώπου με τη Φύση, η ανείπωτη γλύκα εντός μας.