Η τύχη της Μαρίας Ανδρουλοπούλας

της Αθηνάς Τζολάκη

Μερικές ψυχές γεννιούνται σκοτεινές, μερικές γεννιούνται άμοιρες. Τρεις τέτοιες ψυχές, δυο σκοτεινές και μια άμοιρη συναντήθηκαν στην ιστορία που θα σας διηγηθώ, και που την βρήκα ξεχασμένη σε ένα τόμο με εύθραυστες, κιτρινισμένες Κρητικές εφημερίδες του 1883.Αυτό το αγροτικό θρίλερ, αυτή η ιστορία που διαδραματίστηκε κάτω από τον ουρανό της Κρήτης και που είναι σαν η ζωή να την δανείστηκε από την ρεαλιστική λογοτεχνία, είναι ένα έγκλημα στυγνό που θα αρχίσω να σας το εξιστορώ από την στιγμή που η άμοιρη Μαρία Ανδρουλοπούλα, ετών είκοσι οχτώ, βρέθηκε νεκρή, πεταμένη μέσα σε ένα πηγάδι, με εμφανή τραύματα και μπλε δαχτυλιές γύρω από τον άσπρο της λαιμό. Από την εφημερίδα μαθαίνουμε ότι εκ προμελέτης απεφάσισαν και εφόνευσαν, τραυματίσαντες αυτήν κατά την δεξιάν κροταφικήν χώραν και άλλα του σώματος μέρη, ο Γεώργιος και ο Εμμανουήλ Σωμαρονικολάκης, αδέλφια. Ο πρώτος ο Γιώργος ήταν, ας πούμε, ο άντρας της Μαρίας που την είχε βιάσει και την είχε παντρευτεί, μόνο και μόνο για να γλιτώσει την ποινή για τον βιασμό. Η μάνα της, χήρα και πάμφτωχη είχε θεωρήσει αυτό το κουκούλωμα μια σωστή λύση, και την μόνη πιθανή για την επιβίωση της Μαρίας. Η σκοτεινή ψυχή όμως του Γιώργου, δεν την ήθελε την Μαρία, την ξυλοκοπούσε εναλλάξ με τον αδελφό του τον Μανώλη, την άφηνε ξυπόλυτη να της τρυπάνε τα πόδια τα αγκάθια, έφτυνε στο τσουκάλι με το φαΐ για να την κάνει να το σιχαθεί ή άδειαζε το σπίτι από τρόφιμα για να μην έχει η Μαρία να φάει. Δεν την ήθελε την φτωχιά και δοκίμαζε κόλπα για να την ξεφορτωθεί. Μια μέρα δοκίμασε και αυτό το κόλπο, έφερε σπίτι δυο άντρες, τους μέθυσε τους έβαλε στο κρεβάτι του και έφυγε, έτσι ώστε να στήσει σκηνικό ακολασίας, και να έχει λόγους να την κατηγορήσει. Η Μαρία όμως κατάλαβε τις προθέσεις του και πήγε αμέσως στην μάνα της την Κατερίνα Ανδρουλοπούλα, την χήρα, και πολύ φτωχή.

Δικαίως όμως τώρα είναι η ώρα να αναρωτηθεί κανείς γιατί τόσο μίσος; Τι ήταν αυτό που έκανε την Μαρία τόσο ανεπιθύμητη ; Ήταν άσχημη, ήταν κουτή, ήταν γλωσσού, κακονοικοκυρά ; Ας δούμε τι είχε να πει το χωριό και οι μάρτυρες που κατέθεσαν στην δίκη των δολοφόνων. Η γλώσσα της εφημερίδας μια καλοδουλεμένη καθαρεύουσα μας δίνει την απαραίτητη απόσταση για να δούμε ακόμη πιο ψύχραιμα κάποιες λεπτομέρειες. Η Μαρία λοιπόν, ην λίαν τιμία και συνετή νέα, αλλά λίαν πτωχή, ενώ οι κατηγορούμενοι είχον τινά περιουσία και ένεκα της πτωχείας αυτής μόνον, οι κατηγορούμενοι αλαζονευόμενοι, δεν έστεργον αυτήν, καίπερ ούσαν και ευειδή, επ ουδενί λόγω ως σύζυγον του Γεωργίου Σωμαρονικολάκη. Δηλαδή με λίγα λόγια η Μαρία ήταν μια χαρά, μόνο φτωχιά, πεντάφτωχη και για αυτό τα δυο αδέλφια την μισούσαν. Εγώ να συμπληρώσω ότι πιθανόν να την θεωρούσαν και πολύ μεγάλη, είκοσι οχτώ χρονών, γεροντοκόρη.

Την ημέρα του φόνου, την 25η Μαρτίου 1883, ο Γεώργιος μαθαίνουμε ότι ξεκίνησε μαζί με άλλους χωριανούς να πάει στο κοντινό πανηγύρι της Παναγίας του Μοχού. Στον δρόμο έλεγε στους συνοδοιπόρους του ότι αν είναι η Παναγιά όντως θαυματουργή όταν γυρίσει πίσω δεν θα βρει στο σπίτι την Μαρία. Να προσπαθούσε άραγε έτσι με αυτά τα λόγια να δημιουργήσει άλλοθι; Να ετοιμαζόταν να δικαιολογήσει την απουσία της συζύγου του ως θαύμα; Να ήταν μια πονηριά υψηλού επιπέδου; Η μήπως μια απόδειξη παντελούς βλακείας και αποκτήνωσης; Στο πανηγύρι τον έχασαν για κάνα δυό ώρες!

Εύκολα οι αρχές βρήκαν τα απαιτούμενα στοιχεία για να καταλάβουν ότι η εξαφάνιση της Μαρίας δεν ήταν θαύμα αλλά προμελετημένο έγκλημα. Ένα σωρό στοιχεία έδειχναν ότι τα δυο αδέλφια ήταν οι δράστες, και τους συνέλαβαν τον έναν κατόπιν του άλλου. Ο Μανώλης είχε το κλειδί, του κλειδωμένου σπιτιού, πάνω του και πως να εξηγήσει γιατί δεν το είχε η Μαρία μαζί της, μέσα στο πηγάδι, αφού ήταν, υποτίθεται, η τελευταία που έφυγε από το σπίτι. Ο Γιώργος γυρνώντας το πρωί από το πανηγύρι δεν έδειξε φυσικά καμιά λύπη, μόνο κάθισε ζήτησε ένα ποτήρι νερό, από τους χωροφύλακες, έστριψε τσιγάρο και έχων τον έτερον επί του ετέρου ποδός ρώτησε τον αδελφό του ει έδω τροφήν τω όνω. Με το ένα πόδι πάνω στο άλλο δηλαδή ρώτησε τον αδελφό του αν τάισε τον γάϊδαρο. Εμφανώς ο Γεώργιος είχε περισσότερη συμπόνια για τον γάϊδαρό του από τη σύζυγό του.

Διά ταύτα, οι δικαστές λοιπόν, άκουσαν του Εισαγγελέως προτείναντος να επιβληθή τοις κηρυχθείσειν ενόχεις κατά το άρθρο.170 του Ποινικού Νόμου ποινή θανάτου, δηλαδή όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή τους έστειλαν στην κρεμάλα. Κάτι που πιθανώς δεν περίμεναν όταν μαχαίρωναν την άμοιρη Μαρία Ανδρουλοπούλα, ετών είκοσι οχτώ.