Πι Γουί Ελις

Εχει χαρακτηριστεί «εφευρέτης του φανκ». Οχι μόνο επειδή από το 1965 μέχρι το 1969 που διετέλεσε σαξοφωνίστας και μουσικός διευθυντής του The James Brown Revue συνυπέγραψε σουξέ όπως «Cold sweat», «Say it loud, I'm black and I'm proud» και «Mother Popcorn». Αλλά και επειδή ο Aλφρεντ «Πι Γουί» Ελις τα πότισε με τις ζωηρές ενορχηστρώσεις και τους «ιδρωτοποιούς» ρυθμούς, που σύντομα θα καθόριζαν το είδος. Στην αρχή είχε μαγευτεί κι εκείνος. «Ακόμα και ως παρατηρητής, θέση που έπαιρναν όλα τα νέα μέλη, είχα εντυπωσιαστεί από το πόσο ξεσηκωτικό ήταν» λέει σήμερα για το συγκρότημα του «Νονού της σόουλ». Ο ίδιος του προσέδωσε μια τζαζ πινελιά που ανέβασε τον πήχη κατά τη γνώμη του. Εφυγε όμως, γιατί «ήθελα να κάνω κι άλλα στον πολυδιάστατο κόσμο της μουσικής και έπειτα από ένα διάστημα δεν είχα την ευκαιρία να εξελιχθώ». Δεν υπήρχαν δηλαδή και άλλα «θεματάκια»; «Ναι, ήταν ένα συγκρότημα με περίπλοκες πολιτικές και γινόμουν συχνά ο μεσάζοντας μεταξύ του Brown και της μπάντας» απαντά. «Κάτι που έγινε αγχωτικό».
Δεν μετάνιωσε φυσικά, απλώς το όνειρό του ήταν μεγαλύτερο. Από τα πρώτα μαθήματα πιάνου που παρακολούθησε οκτώ χρονών στη Φλόριδα του 1950, από τη γνωριμία του με τα πνευστά στο Τέξας ή από την ημέρα που στη Νέα Υόρκη ζήτησε επιτυχώς στον Σόνι Ρόλινς να του μάθει σαξόφωνο, το να παίζει μουσική, λέει σήμερα, «έβγαζε νόημα». Λίγα χρόνια μετά τη θητεία στου Μπράουν, άρχισε μια συνεργασία με τον Βαν Μόρισον, επίσης ως υπεύθυνος πνευστών. Μαζί έκαναν δίσκους όπως «Into the music», «Beautiful Vision» ή «The healing game», τους οποίους θυμάται με χαρά. «Ο Βαν επέτρεπε στο συγκρότημα να είναι κομμάτι των ιδεών του και έτσι η σχέση ήταν δημιουργικά άνετη και διασκεδαστική» εξηγεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε ρίξει μαύρη πέτρα στα παλιά. Στα τέλη του '80 επανασυνδέθηκε με τους Μέισο Πάρκερ και Φρεντ Γουέσλι, παλιοσειρές από τα χρόνια στο Revue και ηχογράφησε άλμπουμ όπως «The J.B. Horns» ή το ζωντανό «Funky Good Time». «Εχουμε ακόμη μια ιδιαίτερη χημεία» θυμάται. «Είμαστε από την ίδια στόφα και απολαμβάνουμε πάντα να παίζουμε μαζί».

Σημείωσε και άλλες επιτυχίες στον χώρο της gospel, της world ή της big-band soul, κυρίως ως περιζήτητος ενορχηστρωτής. «Το βασικό είναι να παραμένεις πιστός στο όραμα του συνθέτη» εξηγεί. Κατά τη γνώμη του όμως «η αξία μιας καλής ενορχήστρωσης δεν εκτιμάται στη σύγχρονη ποπ μουσική, γιατί όλοι νομίζουν ότι μπορούν να το κάνουν και δεν αναγνωρίζουν πάντα τις ικανότητες που απαιτούνται σε αυτόν τον τομέα». Δεν είναι το μόνο που στα μάτια (ή στα αφτιά του) φαίνεται να έχει αλλάξει. «Οι νέοι είναι όλο και περισσότερο απληροφόρητοι για την ιστορία τους και τον πολιτισμό τους και αποσυνδεδεμένοι από την κληρονομιά τους, αφού η μουσική "αραιώνει" και οι ρίζες της εξαφανίζονται μέσα σε ένα τεράστιο δίκτυο εμπορευματοποίησης» πιστεύει ο Ελις. Απέχει πολύ πάντως από έναν γκρινιάρη 71χρονο. Την Δευτέρα το βράδυ εμφανίστηκε στο Gazarte μαζί με τους, κυρίως νεοτέρους του Mob Peppers, ένα soul-jazz κουαρτέτο εξ Ιταλίας, τους οποίους εκτιμά. «Είναι αναζωογονητική εμπειρία να παίζω με αυτούς τους Ιταλούς» λέει και δεν αναφέρεται μόνο σε μουσικές αρετές. «Εκτός των άλλων είναι και καλά παιδιά για συνεργασία».