Τι θα συνέβαινε άραγε αν...

Του Διονύση Π. Σιμόπουλου*

Δ​​εν έχει και τόση σημασία ποιος είναι ο τίτλος της ταινίας που μόλις παρακολούθησα, γιατί αρκεί μόνο να σας πω ότι πρόκειται για μια «διαστημική ταινία», από εκείνες που μας τροφοδοτεί απλόχερα το Χόλιγουντ τα τελευταία μερικά χρόνια. Αυτού του είδους οι ταινίες βασίζονται όλο και πιο πολύ σε αξιόλογα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας με συμβούλους παραγωγής διακεκριμένους επιστήμονες, έστω κι αν τις περισσότερες φορές οι απόψεις τους περνούν σε δεύτερο πλάνο. Φυσικά, αυτού του είδους οι συνεργασίες δεν είναι κάτι το καινούργιο, ούτε κάτι το πρωτάκουστο. Πολλοί μάλιστα επιστήμονες είναι επίσης και συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τους Carl Sagan, Isaac Asimov, Fred Hoyle, και Gregory Benford.

Η πρώτη μου επαφή μ’ αυτό το είδος της λογοτεχνίας (αν και ορισμένοι αμφιβάλλουν εάν πράγματι πρόκειται για κάποιο είδος λογοτεχνίας) έγινε πριν από μισό αιώνα, στην Πάτρα στα τέλη της δεκαετίας του ’50.

Εκείνη την εποχή σ’ ένα ημιυπόγειο, στο πάνω μέρος της πλατείας Ολγας, ήταν που γνώρισα για πρώτη φορά τον θαυμαστό κόσμο της επιστημονικής φαντασίας και των Διαστημικών εξερευνήσεων στην Αμερικανική Βιβλιοθήκη που περιελάμβανε μια αρκετά εκτεταμένη συλλογή βιβλίων και περιοδικών. Ορισμένα από τα περιοδικά εκείνα περιελάμβαναν μερικά ενδιαφέροντα εκλαϊκευμένα άρθρα των τελευταίων επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων όπως επίσης και μερικά από τα καλύτερα διηγήματα των πιο γνωστών συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας, μεταξύ των οποίων θυμάμαι ότι μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση ο Kurt Vonnegut.

Ακόμη και σήμερα, θυμάμαι ξεκάθαρα αρκετές σκηνές από εκείνα τα μικρά διηγήματα γιατί μ’ έκαναν τότε να αναρωτιέμαι: «Για φαντάσου! Τι θα συνέβαινε, άραγε, αν...»! Κι αυτό το ερώτημα, για μένα τουλάχιστον, είναι που κυρίως μ’ ενδιαφέρει στην επιστημονική φαντασία: να μπορέσει να μου κεντρίσει το θυμικό ώστε να αναρωτηθώ, για μιαν ακόμη φορά, «για φαντάσου...»! «Πολύ πεζό» θα μου πείτε! Ισως. Αλλά αν υπάρχει ένα στρωτό γράψιμο που να ρέει χωρίς να κουράζει, αν οι λέξεις που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας και η λογοπλοκή του κειμένου με συνεπαίρνουν, και αν διαθέτει αυτό το «κάτι» που θα μου δώσει «τροφή για σκέψη», που θα με κάνει να σκεφτώ «για φαντάσου...», ε, τότε αυτά μου φτάνουν! Και μου περισσεύουν. Αυτά είναι τα στοιχεία που ψάχνω να βρω στην επιστημονική φαντασία. Κι όταν ένα έργο τα δίνει αυτά απλόχερα, τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Λένε ότι η επιστημονική φαντασία περιέγραψε με λεπτομέρειες και προσέδωσε ονόματα σε πάμπολλες εφευρέσεις πολύ πριν αυτές υλοποιηθούν, όταν θεωρούνταν ακόμη φαντασιόπληκτες εικασίες, στην καλύτερη περίπτωση, ή, πολύ πιο συχνά, απλώς «όνειρα θερινής νυκτός». Η ατομική ενέργεια και τα λέιζερ, το ραντάρ και η τηλεόραση, τα υποβρύχια και τα διαστημόπλοια, τα ρομπότ και οι νόμοι στους οποίους θα πρέπει να υπακούν, είναι ελάχιστα μόνο παραδείγματα που μπορεί να αναφέρει κάποιος. Ακόμη και το υπερδιάστημα, οι πολλαπλές διαστάσεις της θεωρίας των υπερχορδών και τα παράλληλα σύμπαντα, που βρίσκονται σήμερα στην κόψη της σύγχρονης θεωρητικής φυσικής, παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά μέσα από τις γραμμές των μυθιστορημάτων της επιστημονικής φαντασίας με απαράμιλλες λεπτομέρειες στην περιγραφή τους. Γιατί η επιστημονική φαντασία έχει αυτό το χάρισμα: να σε κάνει να σκέφτεσαι.

Αυτά λοιπόν είναι για μένα το κύρια συστατικά της επιστημονικής φαντασίας: να δημιουργήσει στον αναγνώστη τον θαυμασμό και το δέος του «τι θα συνέβαινε άραγε αν...»! Οι αναγνώστες οι οποίοι, όπως τόσο χαρακτηριστικά έλεγε ένας φίλος μου, «χρησιμοποιούν το κεφάλι τους μόνο ως διαχωριστικό των αυτιών τους», βλέπουν στην επιστημονική φαντασία ένα και μόνο πράγμα, τη δράση. Η καλή επιστημονική φαντασία όμως απαιτεί και κάτι παραπάνω. Απαιτεί τη δημιουργία της σωστής ατμόσφαιρας, μαζί με στοιχεία αυθεντικότητας και αληθοφάνειας στην ανάπτυξη της όλης πλοκής. Απαιτεί πραγματικούς χαρακτήρες, «ήρωες» και «ηρωίδες», που δεν είναι «χάρτινοι», αλλά αναπτύσσονται και παίρνουν πράγματι «σάρκα και οστά» στη διάρκεια της αφήγησης. Και πάνω απ’ όλα απαιτεί να δημιουργήσει στον αναγνώστη τον θαυμασμό και το δέος του «για φαντάσου...»!

Τότε και μόνο τότε η επιστημονική φαντασία μπορεί να ενθουσιάσει κάθε είδους αναγνώστη: και το δεκάχρονο παιδί με την επιφανειακή του δράση, και τον φιλόλογο, με τις λέξεις και τη φρασεολογία του, και τον ποιητή, με το συναίσθημά του, και τον φιλόσοφο, με τις πανανθρώπινες αξίες που προβάλλει, αλλά και τον επιστήμονα, με την ικανότητά της να κάνει αποδεκτά ρεαλιστικό το πλαίσιο της όλης δράσης της. Γιατί η επιστημονική φαντασία, η σωστή επιστημονική φαντασία, δεν «μπορεί», κι ούτε «πρέπει», να περιορίζεται στους «φανατικούς» του είδους. Η έλξη και η επιρροή της πρέπει να είναι και διαχρονική και πανανθρώπινη.

* Ο κ. Διονύσης Π. Σιμόπουλος είναι επίτιμος διευθυντής του Ευγενιδείου Πλανηταρίου.