Η πιθανόν μεγάλη ευκαιρία του κ. Τσίπρα

Του Μιχάλη Κονιόρδου
Κάτι πολύ περισσότερο από τις εθνικές εκλογές και τη διαπραγμάτευση για το ελληνικό χρέος. 

Στις αρχές της δεκαετίας του’60 με την τήξη των πάγων του Ψυχρού Πολέμου και την έναρξη της περιόδου της ύφεσης, ο τότε ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης στον απόηχο μιας επίσκεψης που πραγματοποίησε σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, ρωτήθηκε αν η διαφαινόμενη (τότε) χαλάρωση της έντασης και η έναρξη ενός κλίματος συνεργασίας μεταξύ των δύο στρατοπέδων, θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στο γκρέμισμα του Τείχους του Βερολίνου (που σηματοδοτούσε τον μέγιστο συμβολισμό του status quo της παγκόσμιας κατάστασης πραγμάτων), απάντησε ως εξής: 

«Ποτέ. Θα πέσει πρώτα η Ακρόπολη και μετά το Τείχος του Βερολίνου».

Τριάντα μόλις χρόνια μετά η μέγιστη αυτή βεβαιότητα καταρρίφθηκε, και  είναι πλέον κατανοητό ότι ζούμε σε μια εποχή που η «χρυσή αναπτυξιακή ακινησία» που διήρκεσε από το 1960 μέχρι το 1989, έχει παραχωρήσει την θέση της σε μία νέα εποχή (της ρέουσας παγκοσμιοποίησης) που τελεί υπό μετάβαση, με ορατή την καθοδική πορεία της ευρωπαϊκής Ηπείρου(i) και την μετατόπιση του παγκόσμιου πλούτου στις χώρες BRICS, αν και το τελευταίο διάστημα έχουν αρχίσει να διατυπώνονται έντονες αμφιβολίες για τον περαιτέρω βαθμό και ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας(ii). Αυτή η μεταβατική κατάσταση είναι γεμάτη αβεβαιότητες και προφανώς υπάρχουν διάφοροι κεντρικοί και περιφερειακοί τιμονιέρηδες της πολιτικής και της οικονομίας που ο καθένας θέλει, πιστεύει και οραματίζεται να παίξει τον δικό του ηγετικό ρόλο σε αυτή την μεταβατική διαδικασία που τα πάντα είναι ρευστά μέχρις ότου το παγκόσμιο οικονομικοκοινωνικό σύστημα «σταθεροποιηθεί» εκ νέου, αποκτώντας κι αυτό με τη σειρά του νέες βεβαιότητες.

Η παγκόσμια ύφεση που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2008 έχει αναδείξει μια σειρά κεντρικών ζητημάτων. Αργά αλλά σταθερά, η συζήτηση σχετικά με τη φύση της οικονομικής ανάπτυξης εισέρχεται σε μια νέα φάση(iii). Η διαφορά μεταξύ των ζητημάτων που αναδύονται σήμερα με εκείνες των προηγούμενων δεκαετιών, είναι αρκετή για να αντιληφθεί κανείς την αλλαγή στο εννοιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο άρχισε ήδη και θα διεξαχθεί εντονότερα στο άμεσα προσεχές μέλλον η συζήτηση σχετικά με την πρόοδο και την οικονομική πολιτική.

Τέσσερα κεντρικά ζητήματα αναδεικνύονται:

Το πρώτο ζήτημα αφορά το ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης στο μέλλον.

Δημιουργεί μια βαθιά διαφωνία μεταξύ των οικονομολόγων. 

Η μία άποψη είναι απαισιόδοξη σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη των αναδυόμενων οικονομιών. Η βασική ιδέα είναι ότι η τεχνική πρόοδος θα είναι αργή στις αναδυόμενες οικονομίες, και κατ’ επέκταση αργή θα είναι και η προσέγγισή τους με τις ανεπτυγμένες.

Αντίθετα, υπάρχουν και εκείνοι που πιστεύουν σε μια εκθαμβωτική τεχνολογική πρόοδο. Σύμφωνα με αυτούς, είμαστε στην αρχή της τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης. Βασικά χαρακτηριστικά, η εμφάνιση των «ευφυών μηχανών» που αντικαθιστά ανειδίκευτους ή χαμηλής ειδίκευσης εργαζομένων, η άφιξη διαδικτυακών προϊόντων και υπηρεσιών οδηγεί σε τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας σε τομείς όπως η εξοικονόμηση ενέργειας, οι μεταφορές, η ιατρική περίθαλψη και η προσαρμογή της μαζικής παραγωγής με 3D εκτυπωτές.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά στην κατανομή του εισοδήματος.

 Σε ένα πρόσφατο και ήδη διάσημο βιβλίο(iv) του ο Thomas Piketty εξηγεί πως οι μεγάλες οικονομικές δυνάμεις εμφανίζουν μια συνεχώς αυξητική τάση του κεφαλαίου ως μέρος του συνολικού εισοδήματος και το ποσοστό απόδοσης του κεφαλαίου είναι πάντα υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό αύξησης της  οικονομίας ως συνόλου. Εάν λοιπόν το κεφάλαιο έρχεται να αντικαταστήσει σχεδόν τα πάντα εκτός από το εργατικό δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης και δεδομένου ότι το εκπαιδευτικό σύστημα αλλάζει πολύ αργά αδυνατώντας να παρακολουθήσει έγκαιρα τις τάσεις αυτές προκειμένου να εκπαιδεύσει και να καταρτίσει μεγάλο αριθμό ανθρώπων με τις απαιτούμενες νέες δεξιότητες, όλο και μεγαλύτερες μισθολογικές  διαφορές θα δημιουργούνται μεταξύ των εργαζομένων υψηλής κατάρτισης και όλων των υπολοίπων, με αποτέλεσμα την περαιτέρω αύξηση των ανισοτήτων.

Αυτή η αυξητική πορεία των ανισοτήτων σε ότι αφορά την κατανομή του εισοδήματος φαίνεται να επιβεβαιώνεται από πολλές πλευρές: Στις μέρες μας το 5% των πλουσιοτέρων Αμερικανών (οι ισχυρότεροι κάτοχοι κεφαλαίων, τα πλέον υψηλά αμειβόμενα εξειδικευμένα στελέχη και ορισμένοι πρωταγωνιστές της διεθνούς χρηματιστηριακής σκηνής) απολαμβάνει ήδη το σχεδόν 40% του εθνικού αμερικανικού εισοδήματος. Η κατακράτηση αυτή αναμένεται να σκαρφαλώσει στο 50% σε μόλις δέκα χρόνια λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Piketty. Χαρακτηριστικό είναι ότι μέσα σε δύο μόλις συνεχόμενες μέρες δύο κορυφαίοι γνώστες της διεθνούς οικονομικής πραγματικότητας, η πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ, Janet Yellen(v) σε διάσκεψη για την ανισότητα που πραγματοποιήθηκε  στο παράρτημα της κεντρικής τράπεζας στη Βοστώνη και ο νομπελίστας Joseph Stiglitz με άρθρο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η εποχή της ευπάθειας»(vi) αναφέρονται με έμφαση στο ζήτημα αυτό.

Οι οικονομίες των διαφόρων χωρών σίγουρα διαφέρουν μεταξύ τους ως προς ορισμένα τους χαρακτηριστικά, όμως από την άλλη πλευρά, σίγουρα επίσης, κάποιες θεμελιώδεις τάσεις οικονομικής μοντελοποίησης είναι κοινές : σ’ αυτές συμπεριλαμβάνεται η αυξανόμενη ανισότητα στην κατανομή του εισοδήματος. Μπορούν να διατηρηθούν αυτές οι τάσεις επ’ αόριστο και να είναι κοινωνικά αποδεκτές ως πότε ;

Άλλωστε όπως επισημαίνει ο Πλούταρχος  «Η ανισορροπία μεταξύ πλούσιων και φτωχών είναι η παλαιότερη και η πιο θανατηφόρα ασθένεια σε όλες τις δημοκρατίες(vii)». 

Το τρίτο ζήτημα αφορά τον αντίκτυπο που έχει στην απασχόληση η περαιτέρω αυτοματοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας.

Ο Kemal Derviş, πρώην Υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας, πρώην επικεφαλής του Προγράμματος Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών και νυν αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Brookings, της πλέον συχνά αναφερόμενης(viii) δεξαμενής σκέψης  (“think tank”) στις Η.Π.Α, το θέτει ευθέως σε πρόσφατο άρθρο του με τίτλο «Το μέλλον της οικονομικής προόδου»(ix).

Όπως και στις προηγούμενες βιομηχανικές επαναστάσεις, οι άνθρωποι κατάφεραν να απελευθερωθούν από επαναλαμβανόμενες εργασίες, έτσι και τώρα δεν θα υπάρξει ανάγκη για μια σειρά από επαγγέλματα όπως για παράδειγμα οι ταμίες, οι τηλεφωνητές, οι εργαζόμενοι των διοδίων κλπ.

Αν εκείνοι που πιστεύουν στον ρόλο των τεχνολογικών εξελίξεων έχουν εν μέρει δίκιο, το ΑΕΠ (υπό συνθήκες γενικευμένης χρήσης των όλο και αυξανόμενων εφαρμογών νέων τεχνολογιών) θα εκτοξευθεί στα ύψη. Υπό αυτές τις συνθήκες, γιατί οι άνθρωποι να μην μπορούν να χαίρονται με την προοπτική της εργάσιμης εβδομάδας των 25 ή 30 ώρες και δύο μήνες διακοπές το χρόνο, αφού την πολλή δουλειά που απομένει θα την κάνουν οι ευφυείς μηχανές;

Γιατί με όλη αυτή την εισαγωγή νέων τεχνολογιών και την επικείμενη αύξηση της παραγωγικότητας, τόσοι πολλοί συνεχίζουν να υποστηρίζουν ότι όλοι πρέπει να δουλεύουν περισσότερο και να  συνταξιοδοτούνται πολύ αργότερα αφού οι  οικονομίες θα διατηρήσουν και θα επαυξήσουν την ανταγωνιστικότητά τους; Ή μήπως πρέπει μόνο οι πολύ ειδικευμένοι εργαζόμενοι να χρειάζεται να  εργάζονται σκληρότερα και περισσότερο, επειδή δεν είναι αρκετοί; Σε αυτή την περίπτωση, εάν είναι έτσι τα πράγματα, ίσως οι εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας θα πρέπει να συνταξιοδοτούνται νωρίτερα για να αφήσουν ελεύθερο το πεδίο για τους νέους των οποίων οι δεξιότητες είναι καλύτερα προσαρμοσμένες στις απαιτήσεις του 21ου αιώνα. Εάν λοιπόν μία τέτοια εξέλιξη πρόκειται να οδηγήσει σε αύξηση του ΑΕΠ, οι δημοσιονομικές μεταβιβάσεις και πληρωμές που θα απαιτηθούν για την  πρόωρη συνταξιοδότηση, θα μπορούσαν να πάρουν την μορφή μιας ευέλικτης και σταδιακής διαδικασίας.

Το τέταρτο ζήτημα, επικεντρώνεται στην υπερθέρμανση του πλανήτη και στην  εξάντληση των φυσικών πόρων. 

Τα προβλήματα αυτά που μας έχουν γίνει γνωστά με πιο εμφαντικό τρόπο κατά την διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, θα αποτελέσουν εμπόδιο για μία μακροπρόθεσμη ανάπτυξη ή μήπως η σταδιακή μετάβαση στην χρήση  καθαρής ενέργειας θα τροφοδοτήσει μιαν άλλη τεχνολογική επανάσταση που με την σειρά της θα αυξήσει την ευημερία;

Καθώς αυτά είναι τα ζητήματα που αποτελούν πλέον προτεραιότητα, υπάρχει όλο και μικρότερη ανάγκη να δοθεί τόσο μεγάλη σημασία στην ανάπτυξη που ορίζεται σαν μια αύξηση στο συνολικό ΑΕΠ, και το οποίο υπολογίζεται από τους εθνικούς λογαριασμούς που δημιουργήθηκαν εδώ και έναν αιώνα.

«Ο ορισμός και η μέτρηση της οικονομικής προόδου θα πρέπει να περιλαμβάνει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που να επιτρέπει στις κοινωνίες να διαχειρίζονται τη δύναμη της τεχνολογίας, έτσι ώστε να ωφελεί όλους», καταλήγει ο Derviş.

Στις γραμμές που ακολουθούν επιχειρείται να σκιαγραφηθεί η μορφή αυτού του νέου κοινωνικού συμβολαίου που θα πρέπει να υπογραφεί, και να πιθανολογηθεί ποιες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις θα μπορούσαν να αναλάβουν  την διεθνή πρωτοβουλία για την υπογραφή αυτού του κοινωνικού συμβολαίου.

Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Niall Ferguson(x), «…Το πιο εμφανές σύμπτωμα της νόσου είναι τα τεράστια χρέη που καταφέραμε να συσσωρεύσουμε εδώ και μερικές δεκαετίες, τα οποία (σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν) δεν γίνεται, στην πλειονότητά τους να αποδοθούν σε πολέμους…… Συχνά αυτά τα χρέη εξετάζονται λες και αποτελούν αυτά καθαυτά το πρόβλημα, με αποτέλεσμα να προκύπτει μια μάλλον στείρα αντιπαράθεση ανάμεσα στους υποστηρικτές της «λιτότητας» και των «κινήτρων». Αυτό που θέλω να πω είναι ότι αποτελούν συνέπεια μιας πολύ πιο βαθιάς δυσλειτουργίας των θεσμών. Η ουσία του προβλήματος έγκειται στον τρόπο με τον οποίο το δημόσιο χρέος επιτρέπει στη σημερινή γενιά ψηφοφόρων να ζει σε βάρος όσων είναι ακόμα πάρα πολύ νέοι για να ψηφίζουν ή είναι ακόμη αγέννητοι...».

Στο σημείο αυτό χρήσιμο θα ήταν να υπενθυμίσουμε ότι το Το Blog "Powerline" ( http://www.powerlineblog.com/ ) είχε διοργανώσει το 2011 έναν διαγωνισμό με βραβείο 100.000 δολαρίων για οποιονδήποτε μπορέσει να παρουσιάσει με τον πιο αποτελεσματικό και δημιουργικό τρόπο την σημασία και την (δραματική) έκταση της οικονομικής κρίσης. Το βίντεο που κέρδισε τον διαγωνισμό και που με τόσο γλαφυρό τρόπο περιγράφει την οικονομική κρίση (http://www.videoman.gr/14482) είναι ακριβώς εκείνο που εστιάζει στην υπερχρέωση των νέων που δεν έχουν ακόμη αποκτήσει το δικαίωμα ψήφου.

Συνεχίζει, πάντοτε ο Niall Ferguson «…Από αυτή την άποψη, τα στατιστικά στοιχεία που συνήθως παρατίθενται ως δημόσιο χρέος είναι εντελώς παραπλανητικά, αφού ενσωματώνουν μόνο τα ποσά που οφείλουν οι κυβερνήσεις με τη μορφή ομολόγων. Η ραγδαία αυξανόμενη ποσότητα αυτών των ομολόγων σίγουρα συνεπάγεται αύξηση της επιβάρυνσης όσων εργάζονται σήμερα και θα εργάζονται στο μέλλον, αφού – ακόμα και αν διατηρηθούν τα τρέχοντα χαμηλά επιτόκια που απολαμβάνουν οι μεγαλύτεροι κρατικοί δανειολήπτες – τα χρηματικά ποσά που είναι απαραίτητα για την εξυπηρέτηση του χρέους πρέπει να αυξάνονται με ανηλεή ρυθμό….. Υπάρχει, άραγε, θεσμική λύση για αυτό το πρόβλημα ; Η υπεραπλουστευμένη απάντηση – η οποία έχει ήδη υιοθετηθεί από αρκετές αμερικανικές πολιτείες καθώς και από την Γερμανία – είναι να υπάρξει κάποια πρόβλεψη με στόχο την επίτευξη ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, με την οποία θα μειώνεται η διακριτική ευχέρεια των νομοθετών να αυξάνουν τις δαπάνες αυξάνοντας τα ελλείμματα, όπως, περίπου, η χορήγηση ανεξαρτησίας στις κεντρικές τράπεζες περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια των νομοθετών σε ό,τι αφορά τη νομισματική πολιτική. Το κακό είναι ότι η εμπειρία της χρηματοοικονομικής κρίσης έχει ενισχύσει σημαντικά το επιχείρημα υπέρ της χρήσης του δημοσιονομικού ελλείμματος ως εργαλείου τόνωσης της οικονομίας σε περιόδους ύφεσης, για να μην αναφερθούμε στο γενικότερο επιχείρημα υπέρ της χρηματοδότησης των δημοσίων επενδύσεων στις υποδομές με δανειακά κεφάλαια. Το 2011, μετά από πρωτοβουλία της Γερμανίας, οι ηγέτες της ηπειρωτικής Ευρώπης επιδίωξαν να λύσουν αυτό το πρόβλημα αποφασίζοντας να περιορίσουν μόνο τα διαρθρωτικά τους ελλείμματα και αφήνοντας περιθώρια ελιγμών για τη δημιουργία ελλειμμάτων κυκλικού χαρακτήρα όποτε είναι απαραίτητο. Όμως το πρόβλημα με αυτό το «δημοσιονομικό σύμφωνο» είναι ότι μόνο δύο κυβερνήσεις της ευρωζώνης βρίσκονται επί του παρόντος κάτω από το υποχρεωτικό όριο του 0,5% του ΑΕΠ, οι περισσότερες έχουν τουλάχιστον τετραπλάσια διαρθρωτικά ελλείμματα και η εμπειρία δείχνει πως όποια κυβέρνηση προσπαθεί  σοβαρά να μειώσει το διαρθρωτικό της έλλειμμα απομακρύνεται, τελικά, από την εξουσία….. Τι  γίνεται, όμως , αν το καθαρό αποτέλεσμα της μετάθεσης των ευθυνών για την ασωτία της γενιάς της μεταπολεμικής έκρηξης των γεννήσεων (του λεγόμενου “baby boom”) δεν είναι απλώς άδικο για τους νέους, αλλά οικονομικά επιβλαβές για όλους ; Τι γίνεται αν η αβεβαιότητα για το μέλλον έχει ήδη αρχίσει να επιβαρύνει το παρόν ; Όπως έχει υποστηριχθεί από την Carmen Reinhart και τον Kenneth Roggof, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι οι ρυθμοί μεγέθυνσης των ανεπτυγμένων χωρών θα παραμείνουν ανεπηρέαστοι από βουνά χρέους που ξεπερνούν το 90% του ΑΕΠ(xi)».

Και τα συμπεράσματα του Ferguson: «Στις τεράστιες διαγενεακές μεταβιβάσεις που συνεπάγεται κάθε τρέχουσα δημοσιονομική πολιτική διακρίνουμε μια τρομακτική και, ενδεχομένως, άνευ προηγουμένου ρήξη αυτού ακριβώς του συνεταιρισμού. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι ώριμες δημοκρατίες είναι πως θα αποκαταστήσουν το κοινωνικό συμβόλαιο ανάμεσα στις γενεές».

Γίνεται όλο και πιο αισθητή μέσα από τον δημόσιο λόγο και ανεξάρτητα από την ιδεολογική αφετηρία ή την τελική οπτική γωνία της φωνής η ανάγκη για την αλλαγή του τρόπου σκέψης που αφορά στην λήψη οικονομικών αποφάσεων και εφαρμογής οικονομικών πολιτικών που θα υπερβαίνουν τα εθνικά όρια. Οι φωνές αυτές πολλαπλασιάζονται καθημερινά και σε μεγάλο ή έστω αρκετό βαθμό συγκλίνουν. Η συζήτηση για την διευθέτηση του ελληνικού χρέους είναι μία μόνο πτυχή. Άλλωστε αυτό που προκαλεί περισσότερο δέος από αυτό καθ’ εαυτό το χρέος, είναι ίσως το γεγονός της ανυπαρξίας δομών και θεσμών που δεν είχαν προβλεφθεί να υπάρξουν ώστε να αποτρέψουν την χρεοκοπία της 29ης χώρας(xii) στην κατάταξη του δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης του ΟΗΕ, της Ελλάδας δηλαδή.

Αυτές οι φωνές που ενδεικτικά αναφέρθηκαν – συστημικές στο σύνολό τους- επικεντρώνουν τον προβληματισμό τους στους κραδασμούς που ήδη ασκεί στην απασχόληση η συνεχής ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία και στον ρόλο των ευφυών μηχανών(xiii) στην αναπτυξιακή διαδικασία. Κοινή πεποίθηση όλων είναι ότι ακόμη κι αν δεν έχει έρθει ακόμη η ώρα για την πλήρη ανατροπή του παγκόσμιου οικονομικού σκηνικού που καταδυναστεύεται από την απολυτότητα του κυρίαρχου ισχύοντος μετρικού συστήματος, δηλαδή την μέτρηση του βαθμού της οικονομικής ανάπτυξης μέσω του ΑΕΠ, οι τεχνολογικές εξελίξεις μεταλλάσσουν και ωριμάζουν συνάμα τις κοινωνικές συνθήκες ώστε ο ορισμός και η μέτρηση της οικονομικής προόδου να περιλαμβάνει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που να επιτρέπει στις κοινωνίες να διαχειρίζονται τη δύναμη της τεχνολογίας, έτσι ώστε να ωφελεί όλους, ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο ανάμεσα στις γενεές που θα ορίζεται από την υιοθέτηση της ιδέας του κινήματος του μοιράσματος της εργασίας(xiv), όπως αυτό εκφράστηκε κατά την διάρκεια της μεγάλης Ύφεσης πριν από την εφαρμογή του New Deal.

Θα το υπενθυμίσουμε συνοπτικά(xv):

Στις 31/12/1932 εν μέσω της μεγάλης Ύφεσης, ο γερουσιαστής της Αλαμπάμα, Χιούγκο Α. Μπλάκ, έφερε προς ψήφιση στην αμερικανική Γερουσία ένα νομοσχέδιο που ζητούσε εργάσιμη εβδομάδα 30 ωρών σαν τη «μοναδική πρακτική κι εφικτή μέθοδο αντιμετώπισης του προβλήματος της ανεργίας». Ο Μπλάκ μίλησε στο έθνος από το ραδιόφωνο και ζήτησε από τον αμερικανικό λαό να υποστηρίξει το «Νομοσχέδιο για μια Εργάσιμη Εβδομάδα 30 Ωρών». Προέβλεψε ότι η ψήφισή του θα οδηγούσε στην άμεση επαναπρόσληψη περισσοτέρων από 6,5 εκατομμύρια ανέργων Αμερικανών και ότι θα βοηθούσε τη βιομηχανία αυξάνοντας την αγοραστική δύναμη εκατομμυρίων νέων μισθωτών.

Ακολούθησε μια διαδικασία ακροάσεων στο Κογκρέσο τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1933 και στις 6/4/1933 η Γερουσία υπερψήφισε το νομοσχέδιο με ψήφους 53 υπέρ και 30 κατά, επιβάλλοντας μια εβδομάδα 30 ωρών σε όλες τις επιχειρήσεις που ασχολούνταν με το διαπολιτειακό κι εξωτερικό εμπόριο.

Το νομοσχέδιο Μπλάκ πήγε αμέσως στη Βουλή , όπου ο πρόεδρος της Επιτροπής Εργασίας προέβλεψε ότι θα ψηφισθεί πολύ σύντομα. Το νομοσχέδιο παρουσιάστηκε στη Βουλή από την επιτροπή με την εισήγηση να νομοθετηθεί. Η υπερψήφισή του φαινόταν βέβαιη. Οι περισσότεροι Αμερικανοί πίστευαν ότι θα ήταν οι πρώτοι στον κόσμο που θα εργάζονταν 30 ώρες την εβδομάδα. Ο ενθουσιασμός τους δεν κράτησε πολύ. Ο πρόεδρος Ρούζβελτ – με την υποστήριξη των μεγαλοεπιχειρηματιών του έθνους – κινήθηκε αμέσως εναντίον του νομοσχεδίου. Αν και η κυβέρνησή του αναγνώριζε ότι μια μείωση των ωρών εργασίας θα συνέβαλε βραχυπρόθεσμα στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στην ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης, ο Ρούζβελτ φοβόταν πως θα είχε μακροπρόθεσμα αρνητικές συνέπειες, ότι θα επιβράδυνε τη μεγέθυνση και θα επηρέαζε την ικανότητα της Αμερικής να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τους ανταγωνιστές της στο εξωτερικό.

Αργότερα, ο Ρούζβελτ εξέφρασε την λύπη του που δεν είχε υποστηρίξει το Νομοσχέδιο για την Εβδομάδα 30 Ωρών και δεν το είχε προωθήσει στο Κογκρέσο. Το 1937, μίλησε σε μια ειδική συνεδρίαση του Κογκρέσου, που είχε συνέλθει για να ασχοληθεί με την επιδείνωση της ανεργίας εκείνη τη χρονιά. Έθεσε στους συναδέλφους του ένα ερώτημα εξίσου επίκαιρο και σημαντικό σήμερα όσο και τότε που μίλησε στο Κογκρέσο, πριν από 80 περίπου χρόνια : «Ποιο είναι το τελικό όφελος της χώρας μας με το να ενθαρρύνουμε τους επιχειρηματίες να μεγεθύνουν την παραγωγικότητα της αμερικανικής βιομηχανίας, αν δεν δούμε παράλληλα και την μεγέθυνση των εισοδημάτων του εργαζόμενου πληθυσμού μας, έτσι ώστε να δημιουργηθούν αγορές που θα απορροφούν αυτή την αυξημένη παραγωγή;»

Επαναλαμβάνεται η Ιστορία;

Αποδίδεται στον Mark Twain η διατύπωση : « Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνει τον εαυτό της, αλλά επαναλαμβάνεται σαν ρίμα».
Οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις σε συνδυασμό με τις δραματικές επιπτώσεις στην απασχόληση του συνόλου του εργατικού και κυρίων των νέων επιβάλλουν την διαμόρφωση ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ των γενεών που από τη μια θα ρυθμίζει με αμοιβαίο για όλες τις συμπράττουσες γενεές όφελος τα ζητήματα των συσσωρευμένων κρατικών χρεών και από την άλλη θα βάζει τις βάσεις για την αναδιανομή των εβδομαδιαίων εργάσιμων ωρών.
Άνθρωποι του κόσμου της οικονομίας, ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους αφετηρία έχουν αρχίσει με την καθημερινή συμμετοχή τους στην διεθνή αρθρογραφία, να επισημαίνουν την επιτακτική αναγκαιότητα το μεγάλο αυτό ζήτημα να μπει στην ημερήσια διάταξη της παγκόσμιας πολιτικής συζήτησης.

Για να συμβεί όμως αυτό, χρειάζεται μια σταδιακή προσχώρηση σ’ έναν άλλον τρόπο οικονομικής σκέψης και αντιμετώπισης των οικονομικών μετρικών με άλλο μάτι. Θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε μέσα από τις διατυπώσεις του εξαιρετικού υπό έκδοση βιβλίου των Erik Brynjolfsson και Andrew McAfee «Η Θαυμαστή Εποχή της Νέας Τεχνολογίας»(xvi):

«…..Όταν ο Πρόεδρος Hoover προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης και να σχεδιάσει ένα πρόγραμμα για την καταπολέμησή της, δεν υπήρχε ένα ολοκληρωμένο σύστημα εθνικών λογαριασμών. Έπρεπε να βασιστεί σε διάσπαρτα στοιχεία, όπως φορτώσεις βαγονιών εμπορευματικών μεταφορών, τιμές βασικών εμπορευμάτων, καθώς και σε δείκτες τιμών μετοχών που έδιναν μόνο μια ελλιπή και συχνά αναξιόπιστη εικόνα της οικονομικής δραστηριότητας. Η πρώτη σειρά των εθνικών λογαριασμών παρουσιάστηκε στο Κογκρέσο το 1937 με βάση την πρωτοποριακή εργασία του νομπελίστα Simon Kuznets, ο οποίος συνεργάστηκε με ερευνητές από το Εθνικό Γραφείο Οικονομικών Ερευνών και μια ομάδα του Υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ. Οι μετρικές που προέκυψαν έχουν λειτουργήσει συνολικά ως φάροι οι οποίες βοήθησαν να φωτιστούν  πολλές από τις δραματικές αλλαγές που μεταμόρφωσαν την οικονομία σε ολόκληρο τον 20ο αιώνα.

Όμως, όπως η οικονομία έχει αλλάξει, έτσι πρέπει να αλλάξουν και οι μετρικές μας. Όλο και περισσότερο αυτό που μας ενδιαφέρει στη δεύτερη εποχή των μηχανών είναι οι ιδέες, όχι τα πράγματα-ο νους,  όχι η ύλη· τα bit όχι τα άτομα· και οι αλληλεπιδράσεις, όχι οι συναλλαγές. Η μεγάλη ειρωνεία αυτής της εποχής της πληροφορίας είναι ότι, από πολλές απόψεις,  στην ουσία γνωρίζουμε λιγότερα για τις πηγές της αξίας στην οικονομία από ό,τι πριν από πενήντα χρόνια. Και πράγματι, ένα μεγάλο μέρος των αλλαγών ήταν αόρατο για μεγάλο χρονικό διάστημα απλά επειδή δεν ξέραμε τι να ψάξουμε. Υπάρχει ένα τεράστιο στρώμα της οικονομίας απαρατήρητο από τα επίσημα στοιχεία και το οποίο βέβαια αγνοείται στα αποτελέσματα χρήσης και τους ισολογισμούς των περισσότερων εταιρειών. Τα δωρεάν ψηφιακά αγαθά, η οικονομία του διαμοιρασμού, τα άυλα περιουσιακά στοιχεία και οι αλλαγές στις σχέσεις μας έχουν ήδη μεγάλες επιπτώσεις στην ευημερία μας.  Απαιτούν επίσης νέες οργανωτικές δομές, νέες δεξιότητες, νέους θεσμούς, και ίσως ακόμη και μια επαναξιολόγηση ορισμένων αξιών μας.

Καθώς ολοένα και περισσότερα  δεδομένα γίνονται διαθέσιμα και καθώς η οικονομία συνεχίζει να αλλάζει, η δυνατότητα να θέτουμε τις σωστές ερωτήσεις, θα γίνει ακόμη πιο ζωτικής σημασίας. Δεν έχει σημασία πόσο λαμπρό είναι το φως, δεν πρόκειται να  βρείτε τα κλειδιά σας ψάχνοντας κάτω από ένα φανάρι αν δεν τα έχετε χάσει σε εκείνο το σημείο. Πρέπει να προβληματιστούμε  για το τι είναι αυτό που πραγματικά εκτιμούμε, τι θέλουμε να αυξηθεί και τι θέλουμε να μειωθεί. Το ΑΕΠ και η αύξηση της παραγωγικότητας είναι σημαντικά, αλλά είναι απλώς το μέσο για ένα σκοπό, δεν είναι αυτοσκοπός. Θέλουμε να αυξήσουμε το πλεόνασμα του καταναλωτή;  Τότε οι χαμηλότερες τιμές ή ο περισσότερος ελεύθερος χρόνος μπορεί να είναι ενδείξεις προόδου, ακόμα κι αν οδηγούν σε ένα χαμηλότερο ΑΕΠ….»

Όταν αυτά τα ζητήματα συζητιούνται τόσο έντονα, με τέτοια έμφαση και σε τόσο βάθος μεταξύ των ειδικών, θα πρέπει αργά ή γρήγορα όταν η χρονική συγκυρία το επιτρέψει, να μεταφερθούν από το τραπέζι των ειδικών στο γήπεδο της κοινωνίας. Τον ρόλο αυτό συνήθως τον αναλαμβάνει η πολιτική, όταν βέβαια κατανοεί το περιεχόμενο και την σημασία των ζητημάτων αυτών.

Η ιστορική συγκυρία έχει αναδείξει τον ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ σε σημαντικό παράγοντα της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής και με την ιδιότητά του  ως υποψηφίου του κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς οφείλει να πάρει τις αναγκαίες εκείνες διεθνείς πρωτοβουλίες ώστε όχι μόνο το ήδη συζητούμενο πρόβλημα του χρέους αλλά και του μοιράσματος της εργασίας να αποτελέσουν τα κεντρικά ζητήματα στα διεθνή Fora. Ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο ανάμεσα στις γενεές φαίνεται περισσότερο παρά ποτέ αναγκαίο.
Αυτό είναι και το νόημα της παρέμβασης αυτής. Ελπίζω να εισακουσθεί.
 

*Καθηγητής ΤΕΙ Πειραιά

 

Παραπομπές 

i - http://www.tovima.gr/world/article/?aid=539908 

ii - Niall Ferguson, «O Μεγάλος Εκφυλισμός», Εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2013 και http://www.project-syndicate.org/commentary/china-economic-restructuring...

iii - https://www.project-syndicate.org/commentary/kemal-dervi--homes-in-on-th...

iv - Thomas Piketty, «Το Κεφάλαιο στον 21ο αιώνα», Εκδόσεις Πόλις, 2014.

v - http://www.tovima.gr/finance/article/?aid=642315

vi - https://www.project-syndicate.org/commentary/economic-failure-individual...

vii - Erik Brynjolfsson και Andrew McAfee, «Η Θαυμαστή Εποχή της Νέας Τεχνολογίας», Εκδόσεις Κριτική, υπό έκδοση.

viii - http://www.sscnet.ucla.edu/polisci/faculty/groseclose/pdfs/MediaBias.pdf

ix - https://www.project-syndicate.org/commentary/kemal-dervi--homes-in-on-th...

x - Niall Ferguson, «O Μεγάλος Εκφυλισμός», Εκδόσεις Παπαδόπουλος,2013

xi - Carmen Μ.Reinhart και Kenneth S. Roggof, “Growth in a Time of Debt”, NBER Working Paper 15639, Ιανουάριος 2010.

xii - http://hdr.undp.org/sites/default/files/hdr14-report-en-1.pdf

xiii - Erik Brynjolfsson και Andrew McAfee, «Η Θαυμαστή Εποχή της Νέας Τεχνολογίας», Εκδόσεις Κριτική, υπό έκδοση.

xiv - Jeremy Rifkin, Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της», Εκδόσεις Λιβάνη, 1996

xv - Για αναλυτική παρουσίαση βλ. σελ. 91-98 στο Jeremy Rifkin, Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της», Εκδόσεις Λιβάνη, 1996

xvi - Erik Brynjolfsson και Andrew McAfee, «Η Θαυμαστή Εποχή της Νέας Τεχνολογίας», Εκδόσεις Κριτική, υπό έκδοση.