τρία κιλά

του Κάπα-Κάπα Μοίρη

Mετράω  τα παγάκια και τη στάθμη στο ποτήρι. Λίγα. Χαμηλή. Πέρασαν έξη μέρες ώσπου να ξαναβάλω αλκοόλ στο στόμα (με την εξαίρεση μιας μπίρας, που χειμωνιάτικα λογίζεται ως κάτι το αναπόφευκτα και επώδυνα ουδέτερο) και ουδεμία συγκίνηση προέκυψε. Παραγνωριστήκαμε, ίσως, μα ούτε  η απομάκρυνση μας έκαμε καλό. Κανένα ρίγος, εκατέρωθεν.

Ξεφυλλίζω το manual του ορθού δρόμου στη θεματολογία του γράφειν δημοσίως. Στην αρχή μου δαγκώνουν πλευρά και συκώτι οι τύψεις επειδή δεν με βρίσκω στα περιεχόμενα, ούτε καν στις σημειώσεις. Μετά ανακουφίζομαι. Όχι επειδή καμώνομαι πως βρίσκω παράδρομους αλλά γιατί αυτός ο δρόμος όλο με πέταγε έξω, αφού δεν είχα το αντίτιμο για τα διόδια. Πάντα κάτι έλειπε.

Έχει βγει δέκα, άντε είκοσι λεπτά πριν, απ’ το μπάνιο, ρίχνοντας μια στάλα άρωμα πάνω της. Μισό μέτρο μακριά, μιλάει, σκύβει, χειρονομεί, πίνει, γελάει, θυμώνει, κατσουφιάζει, λέει ψέματα, σταυρώνει πόδια, ξύνει το γόνατο,  όλη η κίνηση -ακόμη και οι σκέψεις- μετατρέπονται σε μυρωδιά που κατατροπώνει τον αντίπαλο. Συντριπτικές ήττες άνευ αγώνα. Άνευ αντιπάλου, στην ουσία. Καμιά σωματική της ατέλεια (δεν είναι και λίγες) δεν είναι αντικίνητρο, είναι εκμαυλιστές συνειδήσεων και θρασύτατοι ψευδομάρτυρες οι κήρυκες του αψεγάδιαστου. Όταν μιλάει την κοιτάζω πάντα μέσα στα μάτια, ακόμη κι αν απευθύνεται στα ντουβάρια απέναντι. Μερικές φορές σκέφτομαι σαν κανίβαλος. Λαχταρώ να φανώ αντάξιος του John Doe. Θέλω να βγάλω το μικρότερο κόκκαλο από μέσα της (κάπου στο αυτί θυμάμαι πως ζει αυτό) και να το γλύψω. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα μπορέσω να το ξαναβάλω στη θέση του μετά αλλά δεν έχει σημασία, δεν θέλω να της μιλήσω. Μπουχτίσαμε από λόγια, όλοι. Προχτές διάβαζα, δεν θυμάμαι πού, ότι το μεγαλύτερο όργανο του ανθρώπινου σώματος του ενήλικα είναι το δέρμα, τίποτε πάνω μας δεν ζυγίζει τρία κιλά παρά μόνον αυτό. Δεν είναι εύκολο να φας τρία κιλά δέρμα όσο και να το λαχταράς, όσο ωραία και να μυρίζει, με απωθεί η ιδέα. Αλλά να είσαι σφουγγάρι και να τρίψεις κάθε χιλιοστό, ακόμη (ειδικά) κι εκεί που το δέρμα σβήνει, χάνεται και γίνεται σπλάχνο, μυς, λίπος, ναι. Αυτό ναι. Δεν ξέρω, ποτέ δεν κατανόησα γιατί οι άνθρωποι θεωρούν ευτελές να επανέρχονται στη ζωή σαν σφουγγάρια. Μια πιθανότητα να βρεθούν στο σωστό σώμα επάνω, στη σωστή του γωνιά (κι ας μη τη βλέπει ποτέ το φως, ο ήλιος) πάντα υπάρχει. Τώρα σκύβει για να ξύσει τον αστράγαλό της. Αποστρέφω το βλέμμα μου, διώχνω τις σκέψεις. Δεν παίζουν με τους αστραγάλους, δεν συναρμολογούνται εύκολα αυτοί. Καλύτερα σφουγγάρι, σκέτο. Απ’ αυτά τα υπομονετικά, που καθαρίζουν αγόγγυστα (ευγνωμονώντας, μάλιστα) κάθε μικρογραμμάριο από τα τρία κιλά. Σαν σκάνερ. Περιφέρεσαι στο δέρμα, διαβάζεις το μυαλό.

Αν υπήρχε παράσημο «εκτός θέματος, τόπου, χρόνου» τα χρόνια που ζούμε, με αυτά τα -αδιανόητα, ως προχτές- που ζούμε, θα το ‘χα στο τσεπάκι. Όχι και πολύ περήφανα, όχι. Αλλά δεν έχει πια τόση σημασία.  Ο Ρωμανός σώθηκε μα ούτε για την ουσία ούτε για τον συμβολισμό είχα έστω και μια λέξη, εκατό άλλοι πήραν σειρά να πεθάνουν. «Κλείνει η καρδιολογική, δυο γιατροί φεύγουν, μένει με δυο» μου είπε στο τηλέφωνο πριν δέκα λεπτά, «με δυο γιατρούς όχι κλινική, ούτε ιατρείο κρατάς σε πόλη εξήντα χιλιάδων». Καιρός να αρχίσουμε να τρέχουμε νυχτιάτικα, με εκατόν εξήντα -και βάλε- στο κοντέρ, πενήντα και εκατό χιλιόμετρα ανατολικά και δυτικά. Για να αποκτήσουν τα εμφράγματα και τα ισχαιμικά μας ένα κάποιο μπιτ στυλ, on the road.

Κάπου εδώ, στο τέλειωμα, μου είπε να απιθώσω δέκα λέξεις της Λούξεμπουργκ κι άλλες δέκα του Bakhtin για να είναι εντυπωσιακός (και καθόλου απολογητικός) ο επίλογος. Με τρόμαξε. Ακόμη ένας λόγος για να μη κάνουμε χωριό, το manual κι εγώ.