Κατανόηση: Η αρχή της αρμονικής συνύπαρξης

της Νάντιας Κατσαρού

Τη μέρα της επετείου της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου, δεν ήμουν στα Εξάρχεια, ούτε καν στο κέντρο της Αθήνας. Για πρώτη φορά. Βρέθηκα σε τόπο που ο κόσμος έχει άλλα προβλήματα να σκεφτεί. Και βίωσα αυτά τα προβλήματα.

Το πρώτο τους πρόβλημα ήταν η κίνηση στο δρόμο, καθώς κατέβαιναν για τα Σαββατιάτικα ψώνια τους. Πλησιάζουν Χριστούγεννα και οι καταναλωτικές ανάγκες είναι αυξημένες. Οι βιτρίνες έχουν βάλει τα καλά τους και πώς να τους αντισταθεί κανείς. Ήταν κι ο καιρός καλός και δεν έπρεπε να χάσουν την ευκαιρία για προεόρτιες αγορές. Ξεχύθηκαν λοιπόν στην αγορά της περιοχής με τα αυτοκίνητά τους, γιατί σιγά μη χρησιμοποιούσαν συγκοινωνία, άσε που ποιος ξέρει πόσα θα έπρεπε να κουβαλήσουν φεύγοντας.

Αυτή η αυξημένη κίνηση οχημάτων, δημιούργησε κι άλλο σοβαρό πρόβλημα: Το πάρκινγκ. Θα έπρεπε να παρκάρουν μακριά από την αγορά ή να πληρώσουν. Οι πιο έξυπνοι τακτοποίησαν το ζήτημα παρκάροντας πάνω σε πεζοδρόμια, σε οδηγούς τυφλών ή σε ράμπες για άτομα με κινητικά προβλήματα. Ήταν σίγουροι πως και να περάσει τροχονόμος, μόλις έβλεπε τις αμαξάρες τους, θα κόμπλαρε να τους γράψει, από το φόβο μην είναι τίποτα μεγαλοπαράγοντες με άκρες και με μέσα και βρει τον μπελά του. Οι πιο κουτοί, πάρκαραν μακριά ή πλήρωσαν.

Αφού έκαναν τα ψώνια τους σε κλίμα γιορτινό, άραξαν να ξαποστάσουν με καπουτσίνο και χρωματιστά καπκέικ, στα στολισμένα καφέ που έπαιζαν τέρμα τα χριστουγεννιάτικα αμερικάνικα τραγούδια, διαβάζοντας και σχολιάζοντας τα περιοδικά με τα νέα της σόουμπιζ. Ήταν μια πρόβα Χριστουγέννων. Σε δύο εβδομάδες, θα του δώσουν και θα καταλάβει. Δε βλέπουν την ώρα.

Αν σ’ αυτούς τους χαρούμενους καταναλωτές, ανέφερες το όνομα Ρωμανός ή Γρηγορόπουλος, θα σου έλεγαν, στην καλύτερη περίπτωση, πως πρώτη φορά τα ακούνε (ενώ στη χειρότερη θα μιλούσαν για αλήτες). Γιατί οι περισσότεροι δε βλέπουν ειδήσεις ούτε καν στην τηλεόραση. Γιατί όλο δυσάρεστα πράγματα δείχνουν κι αυτοί θέλουν να βλέπουν τη θετική πλευρά της ζωής. Το ότι «βλέπω τη θετική πλευρά της ζωής» δε σημαίνει «αρνούμαι να δω τη σκληρή πραγματικότητα» και το ότι αυτή η άρνηση καταντά χαζοχαρουμενιά, δεν τους αφορά.

Την ίδια στιγμή, στο κέντρο της Αθήνας, η οργή ξεχείλιζε. Άνθρωποι που η μνήμη κάποιων θλιβερών γεγονότων και η ταυτόχρονη παρακολούθηση άλλων, δεν τους επέτρεπε να νιώσουν τη χαρά της γιορτής που πλησιάζει. Που η εικόνα των προσφύγων στο Σύνταγμα δεν τους ενοχλεί επειδή χαλάνε το στολισμό και τον εορταστικό φωτισμό. Πήγαν κόντρα στο εορταστικό κλίμα, γιατί η κατάσταση δεν είναι για γιορτή. Είναι κάποιοι που όταν βλέπουν το κράτος να δολοφονεί, δε γιορτάζουν. Δε χαίρονται. Θυμώνουν και οργίζονται. Καίνε και ρημάζουν. Ίσως να νιώθουν πως μέσα από τις στάχτες και τα συντρίμμια θα βγει κάτι καλό. Αλλά δε βγαίνει, οπότε ξανά καίνε και ρημάζουν.

Και θυμώνουν και οργίζονται. Με το κράτος που σκοτώνει, αλλά και με τους άλλους, αυτούς που γιορτάζουν. Κι αυτοί που γιορτάζουν θυμώνουν με αυτούς που τα σπάνε και καταστρέφουν τις ομορφιές, καταστρέφουν την τάξη, χαλάνε τη γιορτή. Τι θέλουν πάλι και τα σπάνε;

Δυο διαφορετικοί κόσμοι στον ίδιο τόπο. Που ανάμεσά τους υπάρχει το χάος. Το θέμα δεν είναι οικονομικό, ούτε ταξικό. Οι διαδηλωτές τα σπάνε για δυο παιδιά προερχόμενα από αστικές οικογένειες, δυο παιδιά που δε θα τα έλεγες φτωχόπαιδα. Παρ’ όλα αυτά, τέτοιες μέρες, αν ζούσαν ανάμεσά μας, αυτό το Σάββατο, δε θα είχαν βγει από νωρίς για ψώνια και στη συνέχεια για καφέ, συνοδεύοντας ξανθές γκομενίτσες με ροζ κραγιόν και μπότες ουγκ. Παρά το ότι έτυχε να βρουν κάποια πράγματα στο πιάτο, προσπάθησαν να γνωρίσουν και την άλλη πλευρά. Ο ένας δεν πρόλαβε, ο άλλος τα γνώρισε όλα. Οι δύο αυτές περιπτώσεις ήταν σπάνιες. Συνήθως η μία πλευρά δεν έχει καμία επαφή, καμία επικοινωνία με την άλλη. Κανένα ίχνος κατανόησης δεν μπορεί να αναπτυχθεί ανάμεσά τους.

Σκέψου λοιπόν εσύ που επαναστατείς, που σε ενοχλούνε όλα και κυρίως οι αστοί. Σκέψου λίγο πόσο δύσκολα είναι για αυτούς τους ανθρώπους κάποια πράγματα. Σκέψου ότι δεν ξέρουν πώς είναι να μαζεύεις ξεχασμένα κέρματα για να αγοράσεις ψωμί. Δεν ξέρουν ούτε προς τα πού πέφτει ο φούρνος. Δεν έχουν πάει ποτέ στη λαϊκή, δε χρειάστηκε ποτέ να βράσουν τη φασολάδα (τι είναι αυτό;) στο τσουκάλι. Σκέψου ότι δε θα καταλάβουν ποτέ γιατί καις παλιόξυλα στη σόμπα (αν έχεις κι απ’ αυτά), γιατί τα κλιματιστικά τους καίνε στο φουλ κι είναι το σπίτι τους ζεστό και φιλόξενο. Το ίδιο και η πισίνα τους. Σκέψου από την άλλη, πόσο βασανιστικό είναι γι’ αυτούς να βγαίνουν για να ξεδώσουν με ψώνια σαββατιάτικα και να χρειάζεται να κουβαλήσουν δέκα τσάντες μαζεμένες. Σκέψου πως υπάρχουν και οι απλοί νοικοκυραίοι, αυτοί που κουβαλούν λιγότερες τσάντες και ζουν με την ελπίδα να μπορέσουν να τις πολλαπλασιάσουν. Σκέψου πόσο δυστυχισμένοι είναι αυτοί που δεν μπορούν να ζήσουν το όνειρό τους και να καταναλώσουν αρκετά. Κι από πάνω, να πιάνει το αυτί τους ότι στο κέντρο γίνονται επεισόδια και κάποιοι ανάγωγοι τα σπάνε. Προσπάθησε να έρθεις στη θέση τους, να δεις πόσο επιβαρύνουν τη δυστυχία τους όλες αυτές οι σκέψεις, όλα αυτά τα άγχη. Κατάλαβέ τους.

Κατάλαβέ τους μπας και μπορέσει να ξεκινήσει μια άλλη σχέση. Ίσως άμα τους καταλάβεις, να προσπαθήσουν να σε καταλάβουν κι αυτοί. Μόνο η κατανόηση για τον τρόπο ζωής του άλλου, μπορεί να μας φέρει κοντά του, να μας βοηθήσει να ζήσουμε όλοι μαζί αγαπημένοι, παρά τις διαφορές μας.

Τώρα, αν αυτές οι διαφορές είναι που σε κάνουν να νιώθεις ακόμη πιο έντονη την αδικία που γίνεται εις βάρος σου, δεν είναι ανάγκη να γίνεσαι κομπλεξικός και να θέλεις να μη χαίρεται ο άλλος επειδή δε χαίρεσαι εσύ. Άσε τη σάχλα γύρω σου να ζήσει. Άφησέ την να σε πνίξει.