Αυτό το Κράτος, είναι ο μόνος Τρομοκράτης

του Αλέξανδρου Raskolnick

Θυμάμαι, τότε που ήμουν στην ηλικία του Νίκου Ρωμανού και δεν μπορώ να σου περιγράψω με λέξεις τη χαρά που ένοιωθα  εκείνα τα πρωινά, που πήγαινα στο περίπτερο για να αγοράσω την «Ελευθεροτυπία» για να ξεκοκαλίσω την προκήρυξη της «17Ν», μετά από κάποιο της χτύπημα. Ρουφούσα το περιεχόμενο του κειμένου μαζί με τον καφέ μου –δεν είχαμε τότε το διαδίκτυο- πολύ ευχαριστημένος με τον τρόμο που έσπερνε η οργάνωση στην «λματ», όπως σημείωναν οι προκηρύξεις της, τη λούμπεν μεγαλοαστική τάξη.

Είναι άλλο ζήτημα αν αργότερα, η «17Ν» πήρε έναν δρόμο που σταμάτησε να μου αρέσει και μ' έκανε περισσότερο καχύποπτο. Πάντως, εκείνη την εποχή, την εποχή που είχα την ηλικία του Ρωμανού, επικροτούσα το επιλεκτικό ξεμαγάρισμα που έκαναν για λογαριασμό της κοινωνίας, αυτοί οι αυτόκλητοι τιμωροί. Αν μπορούσα να αποκτήσω ξανά την ηλικία του Ρωμανού και τα φρέσκα μυαλά εκείνης της εποχής, θα ήμουν ασφαλώς αλληλέγγυος. 

Σήμερα όμως, πολύ μεγαλύτερος πια, σχεδόν μισού αιώνα άνθρωπος, δεν είμαι καθόλου αλληλέγγυος. Η αφήγηση της μικρής ομάδας  που αποφασίζει με τα δικά της κριτήρια ποιος θα ζήσει και το ποιος θα πεθάνει, ακόμα κι αν έχει και τις καλές της στιγμές, δεν παύει να είναι βάρβαρη και ατελέσφορη.

Το γεγονός, όμως, ότι δεν είμαι αλληλέγγυος, δε σημαίνει ότι δε σέβομαι τον αγώνα του Ρωμανού και την ψυχική του δύναμη να αποδείξει εμπράκτως την ηλιθιότητα, τη χυδαιότητα και την ασχήμια του κακού μας κράτους. Κυρίως, δεν μπορώ να κρύψω την ικανοποίηση μου, που η προσπάθειά του, έχει στεφθεί πλέον με απόλυτη επιτυχία, αφού με τη στάση του το έχει ξεφτιλίσει πια αυτό το φαιδρό κράτος κι ελπίζω ότι τώρα πια, θ' ανακαλέσει την απεργία πείνας του. 

Είχα πει να μην καταπιαστώ με αυτό το θέμα, αλλά καταρχήν ομολογώ ότι βαρέθηκα την πλημμυρίδα των επιχειρημάτων που στηρίζονται στο γεγονός ότι η αδέκαστη (sic) δικαιοσύνη έχει απαλλάξει τον Νίκο Ρωμανό από την κατηγορία του τρομοκράτη και ότι κακώς τον παρουσιάζουν ως τέτοιο, τα Μέσα της Μαζικής μας Εξαπάτησης.

Ας αφήσουμε τα αστεία, γιατί γνωρίζουμε καλά ότι κανείς μας δεν έχει πλέον την παραμικρή εμπιστοσύνη σ’ αυτήν την δικαιοσύνη ούτε δίνει, έτσι ή αλλιώς, την παραμικρή σημασία στις αποφάσεις της -κι ούτε μπορεί να υπάρχει εχέφρων άνθρωπος, που να αμφιβάλλει ότι ο Νίκος Ρωμανός, είναι ένας συνειδητός εχθρός του καθεστώτος κι όπως ίσως θα έλεγε κι ο ίδιος, ένας ταγμένος στρατιώτης σε Ψ γνήσιας ρήξης και ανατροπής του συστήματος. Τα κείμενά που υπογράφει δεν αφήνουν καμία αμφιβολία γι' αυτό. 

Βιώνουμε όμως όλοι, σήμερα, τη λειτουργία ενός κράτους που, παρεμπιπτόντως, συμβαίνει να είναι σαπισμένο μέχρι το μεδούλι, κι αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να το κρατήσουμε στην άκρη, τροφή για τη σκέψη μας, αφού είναι κάτι στο οποίο, λίγο ή πολύ, όλοι συμφωνούμε πια. 

Οι προθέσεις του, αυτού του «τζιχαντιστή», με τα δικά του πάντα κριτήρια, είναι και ευγενείς και με βεβαιότητα πια, αφού κινδυνεύει η ζωή του, ανυπόκριτες -και ασφαλώς, κρίνοντας ο καθένας όσο καλύτερα μπορεί,  βρίσκει ότι η συμπεριφορά του ταιριάζει σ’ έναν ανήσυχο άνθρωπο της ηλικίας και του δικού του υπόβαθρου, που μέσα στο δεδομένο κοινωνικό γίγνεσθαι, τράβηξε τον δρόμο που τράβηξε.

Το ότι του έλειψε η φρόνηση κι ότι την «κακή ώρα» επιχείρησε ληστεία με ένα καλάσνικοφ στο χέρι, το οποίο ουδέποτε χρησιμοποίησε, ασφαλώς δεν τον κατατάσσει στους εγκληματίες ούτε στους δημόσιους κινδύνους που ξεχειλίζουν από δολοφονικά ένστικτα. Αντιθέτως, με αφορμή την ιστορία αυτής της ληστείας, θα μπορούσε να γραφτεί κάποιο σενάριο κωμωδίας, αν το τέλος αυτής της ιστορίας δεν προδιαγραφόταν τόσο ζοφερό, σήμερα που η κατάστασή της υγείας του απεργού πείνας χειροτερεύει.

Σ’ ένα φιλελεύθερο κράτος δικαίου, ο πιτσιρικάς Ρωμανός –αφού, άλλωστε, το αποτέλεσμα της άδοξης δράσης του, εν τέλει κατέληξε σ’ αυτό που λέμε "ούτε γάτα ούτε ζημιά", με εξαίρεση την παροδική ζημιά στο παραμορφωμένο από το ξύλο πρόσωπό του- ο φυσικός δικαστής, συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία, θα καταδίκαζε, ίσως, τον δράστη σε κοινωνική εργασία κι εποπτεία. Όμως, ποιος θυμάται και τρέχα-γύρευε τώρα γιατί, οι επικοινωνιακές ανάγκες εκείνης της εποχής ήταν διαφορετικές και η σκληρότητα του κράτους ήταν προσταγή προς την αδέκαστη (sic) δικαιοσύνη να κατεβάσει τον πέλεκύν της με την μέγιστη ορμή -κι έτσι αυτή έπραξε!

Έχει την αξία του και το γεγονός ότι ένας ιερολοχίτης-καμικάζι που μάχεται κατά της ανατροπής, όπως συμβαίνει και με τους ήρωες των κόμιξ, που άλλοι στην ίδια ηλικία με αυτόν, ξεφυλλίζουν ακόμα στα παιδικά τους δωμάτιο ή παρακολουθούν μαζί με τους γονείς τους τα βράδια  στην τηλεόραση, αναζητά μέσα από τη φυλακή τα αναγκαία εργαλεία για να δραπετεύσει. 

Σου θυμίζει τον Μονοκόκαλο, δεν σου τον θυμίζει;! Ίσως και τον "V" που τόσο αγάπησες. 

Έτσι, αρπάζει την ευκαιρία που του δίνει ο σωφρονιστικός κώδικας για να αποδράσει και γελοιοποιεί για άλλη μια φορά το κράτος, αναγκάζοντας τον «υπουργό» της Δικαιοσύνης να τρέχει άρον-άρον,  προκειμένου να κλείσει την τρύπα διαφυγής που ανακάλυψε ο μικρός, αραδιάζοντας εν τω μεταξύ, ψεύδη και ανοησίες, ανάλογες της υποστάθμης του. 
 

Δεν δίνει, ασφαλώς, κανείς σημασία σε όσους πιστεύουν το αντίθετο για τις προθέσεις του νεαρού κι ότι, τάχα, τον ενδιαφέρουν οι σπουδές του, αφού επαναστατικό καθήκον του Ρωμανού είναι να αποδράσει.  

Είχα πει, λοιπόν, ότι δεν θα ασχοληθώ με αυτό το θέμα, ούτε θεωρούσα, όπως άλλοι, καμία ανάγκη να αναζητήσω την ψυχολογική εξέλιξη του Ρωμανού, και να συγκινηθώ, δεδομένου ότι υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της εκτέλεσης του κολλητού του. Η κοινωνία μας, εδώ που έχουμε καταντήσει, έχει πολύ σοβαρότερα προβλήματα σκεφτόμουν, μέχρι που βρήκα σήμερα το πρωί που ξύπνησα, στο γραμματοκιβώτιό μου, μια παλιά και λησμονημένη είδηση, του 2010. Αφορούσε στην απελευθέρωση του εκτελεστή αστυνομικού και του συνεργού του, που δυο χρόνια πριν, είχαν πρωταγωνιστήσει σε αυτήν την απαίσια και παράλογη δολοφονική πράξη.

Έτσι, όταν μου πέρασε η πρώτη τρομάρα ότι η είδηση ήταν φρέσκια -γιατί αν ήταν τωρινή, η πρόκληση του άθλιου κράτους μας θα ήταν εξοργιστική και θα ανέβαζε ακόμα περισσότερο τους βαθμούς της θερμοκρασίας στο αίμα των θερμόαιμων αλληλέγγυων, πιάστηκα απ’ αυτό το e-mail και την ξεχασμένη είδηση, για να καταλήξω ξανά στο ίδιο συμπέρασμα και να επαναλάβω αυτά που λέω κάθε φορά και με κάθε αφορμή, καταντώντας γραφικός και κουραστικός: το κράτος μας, δεν θα πω η κοινωνία μας, γιατί κανείς ποτέ δεν μας ρωτά γι’ αυτά τα θέματα, το κράτος μας λοιπόν, είναι άσχημο, κακό και παράλογο. 

Είναι ένα κράτος που μπορεί να συγχωρεί έναν δολοφόνο αστυνομικό, αλλά όχι ένα κράτος που θα συγχωρέσει το «κωλόπαιδο», που πήρε τον δικό του επικίνδυνο δρόμο κακό του κεφαλιού του, θα σου πουν κι οι νοικοκυραίοι. Είναι ένας εχθρός του κράτους και πρέπει να εξολοθρευτεί.

Όσο για εμάς τους υπόλοιπους που δεν μπορούμε να συνταχθούμε με αυτούς τους απαίσιους νοικοκυραίους, εμείς που γερνώντας καταλαβαίνουμε ότι όταν δεν υπάρχει κράτος, οι δυνατοί σπεύδουν να φάνε τους αδύναμους -και μάλιστα ζωντανούς, γιατί αυτή είναι η φύση του ανθρώπου- το θέλουμε το κράτος για να κάνει τον ρυθμιστή στις σχέσεις μας. Δεν θέλομε την ανατροπή του, αλλά θέλομε τη μετάλλαξή του, από ένα κράτος-τρομοκράτη, που είναι σήμερα, σ' ένα κράτος δικαίου.

Τρομοκρατία είναι οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Τρομοκρατία είναι οι συνεχείς και αδιάλειπτες παραβιάσεις του Συντάγματος, που ετούτες τις μέρες συζητούν οι Εθνικοί Ολετήρες, τρομάρα τους, να το αναθεωρήσουν κι από πάνω. Τρομοκρατία είναι τα άδικα χαράτσια και οι απειλές, σε όσους δεν μπορούν να πληρώσουν τους παράνομους φόρους, για προσωποκράτηση και για αναγκαστικές εκτελέσεις. Τρομοκρατία είναι να ψηφίζουν -και δημοκρατικά ν' αποφασίζουν, οι λύκοι ποια από εμάς τα πρόβατα μέσα από το μαντρί, θα φαγώνονται κάθε καινούρια μέρα που θα ξημερώνει.

Αλλά ας μην ξαναγράφω πάλι τα ίδια και τα ίδια, τα χθεσινά, τα περσινά και τα προπέρσινα από αυτά που είναι γεμάτο, ετούτο το ηλεκτρονικό σημειωματάριο.

Το μόνο που μπορώ να ευχηθώ για τον Νίκο Ρωμανό, ετούτες τις ώρες που η βλάβη της υγείας τους αρχίζει να γίνεται ανήκεστη, είναι τούτο: είθε, όπως τότε που αποφάσισε να μην τραβήξει την σκανδάλη του καλάσνικοφ, έτσι και τώρα να αποφασίσει να δεχτεί τροφή. 

Σε τούτο μόνο μπορούμε να ελπίζουμε κι όσοι από εσάς πιστεύετε και σε κάποιον Θεό, μόνο γι’ αυτό θα μπορούσατε να Τον παρακαλέσετε: προσευχηθείτε, λοιπόν, για να τον φωτίσει ο Θεός σας, διότι αν ελπίζετε στο διανοητικά ανάπηρο, το ανάλγητο κι ανυπόφορο κράτος μας να επέμβει, τι να σας πω, σωθήκατε…

Ας τελειώνει, όμως, αυτή η ιστορία, για να επικεντρωθούμε επιτέλους στα σπουδαιότερα, διότι εάλω η Πόλις.