Εγιούπ

του Πιγκουίνου



Όταν έφθασε ο Μωάμεθ στη Μεδίνα το 622, η πόλη τον υποδέχθηκε με εγκαρδιότητα και ενθουσιασμό. Και επειδής όλοι οι κάτοικοι προθυμοποιήθηκαν να φιλοξενήσουν στο σπίτι τους τον Προφήτη και θέλαμε να αποφύγουμε τα ξεμαλλιάσματα μεταξύ τους, απεφασίσαμε να αφήσουμε την γκαμήλα του ν'απεφασίσει. Σ'όποιου το σπίτι μπροστά πήγαινε να κάτσει η γκαμήλα, εκεί θα διανυκτέρευε ο Μωάμεθ. Και η γκαμήλα πήγε και κάθισε μπροστά στο σπίτι του Αμπού Αγιούμπ αλ-Ανσαρί.



Εκείνο το βράδυ, ο Αμπού Αγιούμπ αλ-Ανσαρί μαγείρεψε για τον εκλεκτό καλεσμένο του. Αλλά ο Προφήτης, του ορμήνεψε να καλέσει και όλη τη γειτονιά. Και ήρθαν εκατόν ογδόντα άνθρωποι και ως εκ θαύματος αυγάτισε το φαγητό και χορτάσανε ούλοι και δοξάσαν τον Αλλάχ.



Έκτοτε ο Αμπού Αγιούμπ αλ-Ανσαρί έγινε μαθητής και σύντροφος του Προφήτη. Πρώτος σε όλες τις μάχες που έδωσε το Ισλάμ κατά την αρχική εξάπλωσή του, σημαιοφόρος της πίστης, εντολοδόχος του μηνύματος του Μωάμεθ.



Όχι, δεν βρισκόμαστε στη Μεδίνα, αλλά στην Πόλη. Και συγκεκριμένα, στο ιερότερο ισλαμικό της τέμενος.



Το καταλαβαίνεις φαντάζομαι και από τον κόσμο. Δύσκολα συναντάς γυναίκα χωρίς μαντήλα, δύσκολα βλέπεις άντρα χωρίς μουστάκι. Είναι επόμενο να νιώθεις κάπως περίεργα -ίσως και λίγο φοβισμένος. Βρίσκεσαι τελοσπάντων στο πιο φανατικά ισλαμικό σημείο της Πόλης. Στο Εγιούπ.



Στο σημείο αυτό αγαπημένη αναγνώστρια, θα ήταν φρόνιμο να καλύψεις τα μαλλιά σου. Και σε προειδοποιώ ότι εφεξής οι φωτογραφίες θα είναι κομματάκι κουνημένες. Εντάξει, πτηνό δεν πτοείται εύκολα μπροστά σε τέτοιες αντιξοότητες, αλλά κάθε φορά που έρχομαι εδώ (και ναι, έρχομαι συχνά) λαμβάνω τις στοιχειώδεις προφυλάξεις. Διότι δεν εισέρχομαι απλώς σε έναν τόπο λατρείας, αλλά στο τέταρτο ή πέμπτο ιερότερο μέρος του Ισλάμ.



Ο κόσμος είναι αρκετός, έχει αρχίσει να ψιλοβρέχει και από τα μεγάφωνα ακούγεται το κάλεσμα του μουεζίνη. Ακολούθησέ με στα ενδότερα.



Αυτή είναι η κεντρική πύλη του ιερού τεμένους. Το ότι εσύ αδυνατείς να διαβάσεις τί λέει αυτή η επιγραφή, είναι κατανοητό και δεν στο προσάπτουμε. Το περίεργο όμως είναι ότι και η συντριπτική πλειονότητα των σύγχρονων Τούρκων, επίσης αδυνατεί. Διότι χελόου, από τότες που άλλαξε ο Κεμάλ τη γραφή της γλώσσας και εισήγαγε το λατινικό αλφάβητο, τα αραβικά γράμματα έπαψαν να χρησιμοποιούνται εντελώς. Και φαίνονται στους σύγχρονους Τούρκους, όσο ακαταλαβίστικα σού φαίνονται κι εσένα!
 


Ανοίγω παρένθεση και σε καλώ να πας το συλλογισμό σου, ένα βήμα παραπέρα. Και πες ότι εσύ η Γκιουλέ, βρίσκεις σε ένα σεντούκι ένα γράμμα που είχε γράψει ο προπάππους σου το 1920. Αμ δεν μπορείς να το διαβάσεις με την καμία. Είναι μία σκέψη που πάντοτε μου προκαλούσε έκπληξη. Και δεν μπορώ να μην επισημάνω -προσοχή, ακολουθεί σοβινιστικό σχόλιο- ότι εσύ κι εγώ (αλλά σίγουρα όχι η Γκιουλέ) μπορούμε να διαβάσουμε μία επιγραφή στη γλώσσα μας, ουχί του 1920, αλλά του 750. Προ Χριστού. Φοβερή σκέψη. Κλείνω την παρένθεση.



Στο προαύλιο του τεμένους, βρίσκεις τη φοντάνα. Όχι την Ντι Τρέβι, μήτε τη Νάντια (σιγά μην βρεις και τον Μεταξόπουλο). Αλλά εκείνη που χρησιμοποιούν οι μουσουλμάνοι για να πλένουν τα πόδια τους πριν εισέλθουν στο τζαμί για να προσευχηθούν.



Όσο περιέργο κι αν σου φαίνεται, το Κοράνι δίνει ακριβείς ινστράκτιονς για το πώς πρέπει κανείς να πλένεται πριν προσευχηθεί. Πλένουμε με άφθονο νερό τα χέρια και το πρόσωπο ως τα φρύδια μας και ύστερα με επιμέλεια τα πόδια μας. Με ιδιαίτερη προσοχή στην περιοχή ανάμεσα στα δαχτυλάκια. Που έρχεσαι και το εκτιμάς, δεδομένου ότι εντός του τεμένους είμαστε όλοι ξυπόλητοι!



Αυτή είναι η εσωτερική αυλή. Δυστυχώς για τις γυναίκες, είναι ώρα προσευχής και δεν μπορούν να εισέλθουν στο ναό. Αγαπημένη αναγνώστρια, σόρι, αλλά θα σε αφήκουμε στην απέξω. Να, μπορείς να πας να πιάσεις κουβέντα με τα κορίτσια, εκεί απέναντι. Θα σε παρακαλέσω να αποφύγεις τόπικς όπως μόδα, κους-κους, κουμ-καν, χάλι-γκάλι.



Εσύ κι εγώ, αναγνώστα, συνεχίζουμε. Να, εκεί είναι η πόρτα. Έλα να βγάλουμε τα παπούτσια μας. Ελπίζω να μην φοράς εκείνες τις φαντεζί κάλτσες με τον Τουίτι.



Και νάμαστε στο εσωτερικό του τεμένους. Σιωπή και χαμηλωμένο βλέμμα. Σταμάτα να κοιτάζεις την οροφή, λέμε!



Τσέκαρε με προσοχή, αριστερά και δεξιά -μας κοιτάζει κανείς; Μία και μόνη φωτογραφία, θα προσπαθήσω να βγάλω. Μέσα από το μπουφάν μου. Κι ελπίζω να μην τρέμει το χέρι μου για να βγει. Μία και μόνη. Κράτα την αναπνοή σου. Τσέκαρε μία ακόμη φορά και βγαίνουμε. Αισθανόμαστε παρείσακτοι εδώ. Είμαστε παρείσακτοι εδώ.



Το 669, ο Αμπού Αγιούμπ αλ-Ανσαρί, γέρος πια, έφθασε για πρώτη φορά έξω από τα τείχη της Πόλης. Μαζί με αραβικά στρατά. Βλέπεις, σύμφωνα με τον Μωάμεθ, οι πρώτοι μουσουλμάνοι που θα έμπαιναν ποτέ στην Πόλη, θα πήγαιναν απευθείας στον Παράδεισο. Όπου μιλάμε για το γνωστό πακέτο δώρου με τα πιλάφια, τις ανέσεις, τα χανουμάκια.



Η πολιορκία υπήρξε ασφυκτική, αλλά οι Βυζαντινοί άντεχαν. Με τη χρήση του υγρού πυρός κατάφερναν να κρατούν ανοιχτές τις θαλάσσιες οδούς ανεφοδιασμού, ενώ επεδείκνυαν ιδιαίτερη αντοχή στις αλλεπάλληλες επιθέσεις μιας πολυετούς και επίμονης πολιορκίας.



Ο Αμπού Αγιούμπ αλ-Ανσαρί δεν άντεξε κι αρρώστησε. Λίγο πριν ξεψυχήσει όμως, παρήγγειλε ως τελευταία επιθυμία στους συντρόφους του να πάρουν το κορμί του, να εισέλθουν όσο πιο βαθιά μπορούσαν στις γραμμές του οχτρού και να τον θάψουνε εκεί.

Πράγματι, οι άραβες πολεμιστές έδωσαν μία σκληρή μάχη και έφθασαν μπροστά στα τείχη της Πόλης. Και λίγο πριν υποχωρήσουν και πάλι υπό τις πιέσεις των Βυζαντινών, έσκαψαν έναν τάφο και έθαψαν το νεκρό.



Νομίζω το έχεις καταλάβει. Αυτός ο περίφραχτος χώρος εντός του τεμένους είναι ο τάφος. Του Αμπού Αγιούμπ αλ-Ανσαρί. Του ανθρώπου που φιλοξένησε στο σπίτι του τον Μωάμεθ. Και που έδωκε μάχες σε αμέτρητα μέρη μαζί με τους άραβες, φθάνοντας εντέλει μπροστά στην υπέρλαμπρη Πόλη. Την οποία επιθύμησε όσο τίποτε άλλο. Για να βρει τον Παράδεισό του.



Οκτώ αιώνες αργότερα, όταν ο Μωάμεθ ο Πορθητής έμπαινε μαζί με τους Οθωμανούς στην Πόλη, έδωσε εντολή να βρεθεί ο τάφος του Αμπού Αγιούμπ αλ-Ανσαρί. Και τριγύρω του, χτίστηκε το πρώτο τζαμί της ισλαμικής Ισταμπούλ.



Η περιοχή ετούτη, που βρίσκεται στο τέλος του Κεράτιου, ονομαζόταν από τους Βυζαντινούς, Κοσμίδιον. Και μετονομάστηκε από τους Οθωμανούς, σε Εγιούπ -λέξη που αποτελεί παρήχηση του ονόματος του Αμπού Αγιούμπ αλ-Ανσαρί.



Αυτή είναι η κεντρική πλατεία. Που γιομίζει καθημερινά από προσκυνητές -όχι μόνο Τούρκους, αλλά και κάμποσους Άραβες που φθάνουν ως την Πόλη. Στα παγκάκια, θα βρεις παρέες από ηλικιωμένους, γριές με τα μπογαλάκια τους και μαμάδες με νήπια που τρέχουν τσιρίζοντας τριγύρω από το κεντρικό σιντριβάνι.



Εδώ στήνουν την πραμάτεια τους και μικροέμποροι. Που πουλάνε το Κοράνι και άλλα θρησκευτικά βιβλία στα τούρκικα και στα αραβικά. Και σπόρια μπορείς να βρεις, να μασουλήσεις. Και ντοντουρμά. Και λουκουμάκια.



Εντυπωσιακό το τζαμί, ενδιαφέρουσα η ιστορία, αλλά εντάξει, τα είδαμε, τα συζητήσαμε και τέλος. Θα με ρωτήξεις λοιπόν γιατί συνεχίζω να έρχομαι εδώ. Σε ένα μέρος τόσο φανατικά θρησκευτικό.



Ίσως γιατί ετούτος ο κόσμος, ο κόσμος του Εγιούπ, είναι τόσο μακριά από τη δική μου πραγματικότητα. Κοιτάζω τις γυναίκες με τις μαντήλες, παρατηρώ τους μορφασμούς του προσώπου τους, τον τρόπο που κινούνται, που μιλούν, που ψωνίζουν, που διαβιούν την καθημερινότητά τους.



Αυτός είναι ο κεντρικός πεζόδρομος του Εγιούπ. Εδώ βρίσκεται η συνοικιακή αγορά του. Μικρομάγαζα, φθηνιάρικα προϊόντα, παλιακές βιτρίνες.



Μία άλλη Τουρκία. Βαθιά συντηρητική και προσκολλημένη στο Ισλάμ.



Μία Τουρκία θλιμμένη, κλειστοφοβική και μίζερη. Μία Τουρκία που δείχνει να μην μπορεί και να μην θέλει την κοινωνική της πρόοδο. Έτσι όπως την εννοούμε εσύ κι εγώ, τουλάχιστον.



Τον 17ο και 18ο αιώνα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία βίωνε ένα συνεχιζόμενο ξεπεσμό, ως αποτέλεσμα της κακοδιοίκησης και της αδυναμίας της να προσαρμοσθεί στα νέα ευρωπαϊκά δεδομένα του ιντάστριαλ ρεβολούσιον. Η υποχώρηση των εκ δυσμάς συνόρων λόγω της παλιγγενεσίας των βαλκανικών εθνών (γκουχου γκούχου, για μας μιλάω), έφερε στην Πόλη κάμποσους μουσουλμάνους μετανάστες, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους στη Νότια Ελλάδα ή στα δυτικά Βαλκάνια. Και πολλοί εξ αυτών εγκαταστάθηκαν στο Εγιούπ.



Λόγω της πληθώρας φθηνών εργατικών χεριών, η περιοχή μετατράπηκε συντόμως σε βιομηχανική ζώνη. Καλά μην φανταστείς ότι σιάχναμε τίποτις αυτοκίνητα, πλυντήρια ή γκατζετάκια. Το μεγαλύτερο εργοστάσιο της περιοχής, φέσια έσιαχνε.



Θες η μπόχα από τα εργοστάσια, θες ο συνωστισμός που δημιουργήθηκε τριγύρω από τον Κεράτιο, αυτές εδώ οι γειτονιές -περιλαμβανομένου του Εγιούπ- υποβαθμίστηκαν ραγδαία. Και στα τέλη του 19ου αιώνα ή στις αρχές του 20ου, αν ήσουν ένας ευκατάστατος Τούρκος και ολίγον σνομπαρία, μάζευες τα μπογαλάκια σου και πήγαινες να μείνεις στα παράλια του Βοσπόρου ή -ακόμα καλύτερα- στην ασιατική πλευρά της Πόλης.
 


Σήμερα, το Εγιούπ παραμένει η πιο ισλαμική γειτονιά της Πόλης. Και γι'αυτό, μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και χρήσιμες, αν θέλει κανείς να καταλάβει την τουρκική κοινωνία στις πιο ακραίες της τιμές.
 


Κι αν αναρωτιέσαι από πού αγοράζει η Χατιμέ τις μαντήλες της, η απάντηση είναι από αυτό το μαγαζί. Πούχει και την επώνυμη τη μαντήλα, τη Σαράρ. Και την Πιερ Καρντέν. Για την πιο προσεγμένη και σικάτη εμφάνιση στο τζαμί.
 

 
Κι ύστερα βλέπω αυτό το κοριτσάκι. Που φοράει το ροζ μπουφανάκι και τα γαντάκια του. Και που μέσα από το κασκόλ και την κουκούλα, φέρει ήδη τη μαντήλα του. Και σκέφτομαι τον Αμπού Αγιούμπ αλ-Ανσαρί. Και τους Βυζαντινούς. Και τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Και καθώς περιπατώ σε ετούτο το μέρος, περνούν μπροστά από τα μάτια μου οι αιώνες. Μίας ιστορίας σπάταλης. Σε ανθρώπους, σε ζωές και σε ιδέες. Που ήρθε και κατέληξε σε ένα κομμάτι πανί. Που δένεται γύρω από τα μαλλιά ετούτου του κοριτσιού. 
 
Εδώ, στο Εγιούπ.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Σχόλια

  • 1 Ο/Η Xρήστος Λ. έγραψε: (πριν 2 έτη)

    Eξαιρετικό φωτορεπορτάζ, της πιο ξεχωριστής ίσως Ευρωπαϊκής και Ανατολικής Πόλης του κόσμου)

loading..