Μετά την Αποτυχία

του Βαγγέλη Προβιά

Αποτυχία. Ένα μυστικό που γνωρίζουν όσοι γράφουν, είναι ότι συχνά ενδιαφέρουσες ιστορίες υπάρχουν όχι μόνο μέσα αλλά και πίσω από τα βιβλία.

Την Τετάρτη 19 Νοεμβρίου, ήμουν καλεσμένος από το Writing School του Kingston University του Λονδίνου - εγώ, ένας απόφοιτος Λυκείου και με αγγλικά επιπέδου First Certificate. Εκεί, διάβασα μεταφρασμένο ένα διήγημα από «Τα Μαύρα Παπούτσια της Παρέλασης» και ζάλισα τους φοιτητές και καθηγητές του Πανεπιστημίου, με την πολυλογία μου σχετικά με την εμπειρία του να είσαι πρωτομεμφανιζόμενος συγγραφέας στην Ελλάδα σήμερα.

Πάνε μέρες από εκείνη την σημαντική βραδιά και ακόμα δεν έχω αφεθεί να νιώσω, να συνειδητοποιήσω την χαρά - την υποκειμενική χαρά, αυτή που ίσως μόνο εγώ μπορώ να καταλάβω, ο συγκεκριμένος Βαγγέλης, με το συγκεκριμένο παρελθόν και την συγκεκριμένη ζωή, στην συγκεκριμένη πατρίδα. Μου φαίνεται ακόμα απίστευτο: Πως ένας ανασφαλής, χωρίς ανώτατη εκπαίδευση άνθρωπος, από την δοκιμασμένη Ελλάδα, βρέθηκε ομιλητής σε ένα από τα πιο έγκυρα Πανεπιστήμια Δημιουργικής Γραφής;

Εδώ ακριβώς είναι η ενδιαφέρουσα ιστορία πίσω από τα «Μαύρα Παπούτσια»: Μερικά χρόνια πριν, αισθανόμουν αποτυχημένος. Προσπαθούσα να εκδώσω τις ιστορίες μου, εγώ που με είχαν πάρει λίγο τα χρόνια, σε μια αγορά, όπου η κρίση έπεσε σαν ατομική βόμβα. Όπου οι εκδότες δεν έχουν δυνατότητα να δώσουν φωνή σε νέες, αβέβαιες φωνές. Όπου τα διηγήματα δεν πουλάνε.

Έτσι, μετά από μια σειρά αρνήσεων, και ας ήταν ενθαρρυντικές κάποιες από αυτές, άρχισα να εσωτερικεύω την άρνηση, να είμαι και εγώ αρνητικός με μένα. Για να αποφύγω την οδυνηρή αίσθηση, σταμάτησα να γράφω - αφού κάθε νέα ιστορία που έγραφα, ήταν μια ιστορία που ποτέ δεν θα εκδιδόταν. Και μετά απομακρύνθηκα και από το διάβασμα - εφόσον εγώ ποτέ δεν θα διαβαζόμουν, το είχα πάρει πια απόφαση.

Όμως τότε, εκεί στην μεγάλη απογοήτευση και αποτυχία, αποφάσισα να κάνω ένα control - alt - delete στον εαυτό μου. Συμφιλιώθηκα με την αποτυχία και είπα «ok κύριος, δεν θα βγάλεις ποτέ βιβλίο... αλλά έχεις ακόμα την ευχέρεια να ζεις στον κόσμο του γραψίματος, να είσαι κοντά σε συγγραφείς». Και έτσι, αποτυχημένος, συμφιλιωμένος, γράφτηκα στο πρώτο μου εργαστήριο Δημιουργικής Γραφής, στο κλείστο σήμερα (τι ντροπή, τι ντροπή) ΕΚΕΒΙ. Ήταν τόσο γόνιμη η εμπειρία που μετά γράφτηκα σε ακόμα ένα... και ύστερα άλλο ένα, και μετά ένα ακόμα... Και παρακολούθησα και ένα σεμινάριο στα Αγγλικά, αναζητώντας ακόμα περισσότερο την «δόση» μου.

Από αυτήν την απολαυστική επένδυση σε χρόνο και την όχι και τόσο απολαυστική επένδυση σε χρήμα ήρθε κάτι πολύ σημαντικό. Σταμάτησα να είμαι κάποιος που γράφει και έγινα... συγγραφέας. Οι σπουδαίοι δάσκαλοι, Έλληνες και μη, με βοήθησαν να αποκτήσω το σημαντικότερο εφόδιο κάποιου που θέλει να είναι δημιουργός: Την ταυτότητα του δημιουργού. Που έρχεται με πολλές ευθύνες και υποχρεώσεις απέναντι σε αυτό που θέλεις να κάνεις, και με μελέτη και διάβασμα και αφιέρωση χρόνου και σκέψη και επένδυση και ανασφάλεια και πτώσεις και αβεβαιότητες. Αλλά ταυτόχρονα σου προσφέρει και ενέργεια, πολλή ενέργεια να κάνεις αυτό που καλείσαι.

Επιπλέον, στα εργαστήρια, εντόπισα την συγγραφική μου πρόθεση, τα θέματα για τα οποία μου αρέσει να γράφω. Συνειδητοποίησα το στιλ μου, το ύφος μου, τις ιδιαιτερότητές μου. Που σε πολλούς δεν αρέσουν, αλλά είναι δικές μου. Πληροφορίες πολύ σημαντικές διότι έτσι δημιουργείς συνειδητά - και έτσι δημιουργείς ικανοποιητικά, όταν το κάνεις συνειδητά.

Όλα αυτά, η συγγραφική ταυτότητα και το ύφος μου, η συνειδητοποίηση τους, μαζί με το γεγονός πως στα εργαστήρια οι ιστορίες μου επικοινωνούσαν με ανθρώπους από άλλες κουλτούρες, δημιούργησαν μια μικρή αλλά μεγάλη ανατροπή. Να αποφασίσω να μην επιτρέψω στην κρίση, στην αγορά, στην ηλικία, στο γεγονός ότι έγραφα «μη εμπορικά», να με εμποδίσουν να κάνω αυτό που με χαροποιεί να κάνω - να λέω ιστορίες.

Ζητώ συγγνώμη αν «Κοελιάζω» (...το σύμπαν κλπ κλπ) αλλά με όλα αυτά και με βοήθεια από τον Π που κρυφά έστειλε τις ιστορίες μου σε έναν ακόμα εκδοτικό, βγήκαν τα «Μαύρα Παπούτσια της Παρέλασης» - που βρίσκονται στην δεύτερη έκδοση. Που με έφτασαν μέχρι το Kingston.

Γνωρίζω ότι δεν είναι σωστό και ευγενικό να μιλάμε για τον εαυτό μας, αλλά σε αυτή την ιστορία πίσω από το βιβλίο, υπάρχει μία αλήθεια. Ότι είμαι βαθιά χαρούμενος. Που το βιβλίο διαβάζεται, που έβαλε υπέροχους ανθρώπους στην ζωή μου, που με ταξίδεψε στο Λονδίνο... Αυτή η μεγάλη πηγή χαράς ήρθε μετά την αποτυχία, μετά από πολύ καιρό που είχα την αίσθηση ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά, ότι κάτι δεν κάνω καλά.

Σήμερα, που η κοινωνία μας, η χώρα μας ζει ένα ατέλειωτο, (έτσι φαίνεται, ατέλειωτο και μάταιο) διάστημα «αποτυχίας», που ακόμα δεν μπορούμε να αποτινάξουμε από πάνω μας το παλιό που πεθαίνει, και το οποίο πριν χαθεί έχει βαλθεί να μας πάρει μαζί του... ελπίζω, εύχομαι, να καταφέρουμε να ανατρέψουμε την αποτυχία. Να βάλουμε πάλι την χαρά στην ζωή μας. Ποια χαρά; Της συνειδητοποίησης. Της γνωριμίας με τον συλλογικό εαυτό μας. Της συμφιλίωσης, της αποδοχής της αποτυχίας και τελικά της πίστης σε αυτό που είμαστε, με τα καλά και τα κακά του. Σκέφτομαι ότι ίσως εκεί, στην λυτρωτική εσωστρέφεια, να υπάρχει η λύση.