time

του Κάπα-Κάπα Μοίρη

Ο κύριος Μπράουν έφτιαξε προσεκτικά τον κόμπο της γραβάτας του. Και δυο αλανιάρες τρίχες στο δεξί του φρύδι. Μετά από μια τελευταία -τάχα μου φευγαλέα-  ματιά στον καθρέφτη, βγήκε ανήμερα των γενεθλίων του, την Κυριακή 30 Νοεμβρίου στις εφτάμιση το απόγευμα για να κεραστεί μια Γκίνες.

Συνεπαρμένος από τον κόσμο τριγύρω, στον πάγκο, στα τραπέζια, ακόμη κι έξω απ΄το μαγαζί,  ξεχάστηκε. Όταν επέστρεψε στο σπίτι του ήταν κιόλας Δεκέμβριος.  Τρομοκρατημένος από την αποκοτιά του να επιτρέψει στο χρόνο να κυλήσει τόσο γρήγορα, έκανε έναν μήνα (με μετρημένες μια προς μια τις ημέρες) μέχρι να αποφασίσει να βγει ξανά τόσο αργά για μια μπίρα. Και -φαντάσου- έναν ολόκληρο χρόνο μέχρι να ξαναγιορτάσει τόσο παράτολμα τα γενέθλιά του.

 

time (κι άλλο)

Στην αίθουσα αναμονής. Τριγύρω  αραδιασμένοι σε καρέκλες και καναπέδες (και καναδυό όρθιοι) φάκελοι με ανθρώπους. Δεν βλέπω πρόσωπα ή σώματα, μόνο φακέλους. Όλοι οι φάκελοι σιωπηλοί. Το ίδιο και οι άνθρωποι, άλλοι από φόβο, άλλοι από σεβασμό στο φόβο των διπλανών. Aνοίγει η πόρτα, βγαίνει ένας φάκελος που σέρνει έναν άνθρωπο ξοπίσω του, περνάει ανάμεσα από άλλους φακέλους, παίρνει το δρόμο για τα σκαλιά ή το ασανσέρ, μετά κανείς δεν ξέρει ποιός πάει ποιόν πού. Είναι η σειρά άλλου φάκελου να μπει μέσα, παρέα με τον άνθρωπό του. Για να ξεκινήσει αυτή η σιωπή των δέκα, είκοσι, τριάντα, άντε σαράντα δευτερολέπτων, που διαρκεί -σαν βουβός ρόγχος- μερικούς αιώνες. Αυτή η επικοινωνία των ανθρώπων με τα άσπρα με τους φακέλους των άλλων, είναι ο επανακαθορισμός του χρόνου, η αληθινή -μια και μόνη- Διαστολή του. Μαθηματικοί τύποι, ρολόγια, κλεψύδρες, καμπάνες, φως, σκιά, άχρηστα όλα.

 **

Την κοίταζε όσο ντυνόταν. Εκείνη προσπαθούσε, αν και πριν λίγα λεπτά δεκάρα δεν έδινε για τη γύμνια της καθισμένη πάνω του, να βρει μια γωνιά τέτοια που να κρύψει απ’ τα μάτια του τις δίπλες στην κοιλιά, τα σημάδια της χαλάρωσης, την επέλαση της κυταρίττιδας. Σε λιγότερο από ένα λεπτό ήταν ντυμένη, η βιασύνη της να οχυρωθεί ξανά μέσα σε πανιά ήταν τέτοια που χτύπησε άσχημα το γόνατό της στην άκρη του κρεβατιού. Bόγγηξε, μούδιασε, ο πόνος υποχώρησε, μετά δεν νοιάστηκε. Καρφί δεν σου καίγεται για τις μελανιές όταν αφήσεις πίσω σου τα τελευταία -άντα, όλο και κάπου θα ΄χει σακατευτεί το κορμί σου κάνοντας την παρτ τάιμ δούλα στο σπίτι, μετά τη δουλειά. Σιγά μη το πρόσεχε κιόλας το σημάδι. Ο άλλος, στο σπίτι. Αυτός εδώ την ξέντυνε, ακόμη. Όσα ρούχα και να ΄ριχνε πάνω της, τα μάτια του τα πέταγαν στο πάτωμα.

Τι ώρα είναι; τον ρώτησε, χτενίζοντας το μαλλί

Κοντεύει εφτάμιση

Όχι ρε πούστη μου, όχι, όχι. Με περίμεναν στις εφτά, πότε πέρασαν δυο ώρες; Και στο είχα πει γαμώτο μου, γιατί δεν μιλάς τόσην ώρα;

Αυτή η ερήμην του μυαλού επικοινωνία των ανθρώπων με το δέρμα -κι ακόμη παραμέσα- των άλλων, είναι ο επανακαθορισμός του χρόνου. Μαθηματικοί τύποι, ρολόγια, κλεψύδρες, φως, σκιά, ρούχα, άχρηστα όλα.

 **