Μεγαλεία και μικρότητες

της Νάντιας Κατσαρού
Φωτ. LoverDgirlA1065 @ deviantArt

Ένα από τα πρώτα πράγματα που μου απαγόρευσε ο διευθυντής του καναλιού που δούλευα όταν ξεκινούσα το δημοσιογραφιλίκι, ήταν τα υποκοριστικά. Ειδικά όταν πρόκειται για θέματα δουλειάς. Φράσεις όπως «έχω δουλίτσα» απαγορεύονταν αυστηρά. Δεν μπορεί να παίρνεις τη δουλειά σου στα σοβαρά και να τη λες δουλίτσα. Με το υποκοριστικό είναι σα να την υποτιμάς. Κι όταν την υποτιμάς, την αφήνεις να μένει μικρή. Ε, μην περιμένεις μεγάλα πράγματα.

Το ίδιο διάστημα, είχαμε μπει σε μια φάση που όλα έπρεπε να είναι μεγαλειώδη. Μεγάλες ιδέες μας είχαν καρφωθεί στο μυαλό για μια μεγαλειώδη διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων που είχαμε στα σκαριά. Μεγάλα κτίρια στέγαζαν τις μεγάλες εταιρείες στις οποίες εργαζόμασταν, που συνήθως έδιναν και μεγάλους μισθούς (αν και όχι σε μας). Το μεγάλο κανάλι ήταν τρόπος ζωής, παρά το ότι οι μεγάλες ιδέες προωθούνταν από τα κανάλια όλων των μεγεθών. Ο Έλληνας διεκδικούσε τα περασμένα του μεγαλεία. Το ότι ήταν πολύ μικρός για να τα διαχειριστεί, ήταν άλλο θέμα.

Μια μεγαλομανία σε καλπάζουσα μορφή εξαπλώθηκε σαν πανδημία σε όλη τη χώρα. Τα σημαντικότερα συμπτώματα ήταν η ασυγκράτητη ανοικοδόμηση, τα καινούργια αυτοκίνητα, τα ακριβά ρούχα, η υποχρεωτική τακτική παρουσία σε μεγάλα κλαμπ και πίστες, αλλά και χώρους πολιτισμού. Τα ονόματα αυτών των χώρων, ασφαλώς και είχαν κάτι μεγαλοπρεπές. King Size. Privilege. Villa Mercedes. Μέγαρο Μουσικής. Υποχρεωτική ήταν και η παρουσία σε εστιατόρια που σέρβιραν πανάκριβες γκουρμεδιές. Ο επισκέπτης ένιωθε σπουδαίος μέσα σε έναν τόσο σπουδαίο χώρο και η πάθησή του ήταν πάντα ακμαία. Για να μπορέσει μάλιστα να τη διατηρήσει, του χορηγούνταν ενδοφλέβιες δόσεις από ισχυρά φάρμακα όπως εορτοδάνεια, διακοποδάνεια, γαμοδάνεια, δάνεια για κάθε χρήση και με κάθε αφορμή.
 

Η μεγαλομανία έπρεπε να συντηρηθεί με κάθε τρόπο. Ο κάθε Έλληνας έπρεπε να δεχτεί με ψηλά το κεφάλι τη μεγάλη στιγμή για την πατρίδα του, αυτό που θα έκανε όλο τον κόσμο να παραμιλάει από θαυμασμό για το αδιάκοπο μεγαλείο αυτής της φυλής. Έπρεπε να δείξουμε ότι τιμούμε το παρελθόν μας, το οποίο ωστόσο καμία σχέση δεν έχει με τη μεγαλομανία που μας καλλιεργήθηκε. Καθώς όμως δεν υπήρχε η υποδομή για να δείξουμε πως δεν είμαστε οι φτωχοί συγγενείς των Ελλήνων που θαύμασε η ανθρωπότητα, χρησιμοποιήθηκαν άλλα μέσα: Το χρήμα. Το μέσο που μας έδωσε όλα τα συστατικά που απαιτούνταν για να δημιουργηθεί η σύγχρονη αρχοντοχωριάτικη ελληνική ράτσα.

Οι διαφημίσεις των προϊόντων και των υπηρεσιών περιστρέφονταν γύρω από αυτή τη μεγαλομανία. Όλοι οι ήρωες των διαφημίσεων ήταν πανέμορφοι, καλοβαλμένοι, καριερίστες, κάνανε μεγάλη ζωή, ζούσαν σε τεράστια ντιζαϊνάτα σπίτια με τζακούζι και πισίνα, ταξίδευαν σε εξωτικούς και κοσμοπολίτικους προορισμούς, αναζητούσαν μόνο το εκλεκτό και πλήρωναν με κάρτα.

Και ήρθε η εποχή των μεγαλείων μας για τα οποία είχαμε προετοιμαστεί. Και τα ζήσαμε και μας θαύμασαν, γιατί δεν είχαν πάρει χαμπάρι πόσο τζούφιο ήταν όλο αυτό. Το πανηγύρι συνεχίστηκε για λίγα χρόνια ακόμη. Μέχρι που κάποια στιγμή ξεφούσκωσε το μεγαλείο. Και αποκαλύφθηκε πως αυτή η τεράστια, μεγαλόπρεπη φούσκα στήθηκε για να φάνε κάποιοι καλά και κάποιοι άλλοι να χρεωθούν για να φαντασιωθούν μεγαλεία, αν και στην πραγματικότητα έγλειφαν κόκαλα.

Η αποκάλυψη αυτή ήταν μια τραγική στιγμή για τον κακομοίρη ελληνάκο που είχε πάρει ψηλά τον αμανέ, νομίζοντας πως του ταιριάζουν τα μεγαλεία. Πώς θα μπορούσε να διαχειριστεί το γεγονός ότι ο αγαπημένος του τραγουδιστής εμφανίζεται στη μεγάλη πίστα κι αυτός δεν έχει λεφτά ούτε για τα λουλούδια; Πώς θα άνοιγε μπουκάλι τη στιγμή που δεν είχε ούτε για ποτήρι; Πώς θα πήγαινε διακοπές στη Μύκονο όπου κάποτε έκανε μήνες πριν, κράτηση για ξαπλώστρα και τώρα δεν έχει ούτε για ναύλα;

Για όλα βρέθηκε λύση. Οι διαφημίσεις τώρα πια δείχνουν απλούς καθημερινούς ανθρώπους που κάνουν διακοπές στην Ικαρία, ζούνε ανθρώπινες κι αγαπησιάρικες στιγμές γύρω από τη φωτιά, κυκλοφορούν με παλιό ποδήλατο, απολαμβάνουν τα λίγα που έχουν στη διάθεσή τους, γιατί πάνω απ’ όλα μας ενδιαφέρει να είμαστε κοντά ο ένας στον άλλον. Ακόμη και η κοκακόλα προωθεί την αλληλεγγύη και την ανθρωπιά. Και το σουρεαλισμό.         

Τα μαγαζιά άλλαξαν. Έγιναν μικρά κι αγαπησιάρικα. Τα ονόματά τους δεν έχουν τίποτα από μεγαλείο. Τώρα έχουμε ονόματα όπως σαρδελάκι, ζουζουνάκι, πιάτσα καλαμάκι, πιάτσα τσιπουράκι. Α, ναι. Το τσιπουράκι είναι το ποτό που έμαθαν ξαφνικά να πίνουν κι εκείνοι που αγνοούσαν την ύπαρξή του και ο τραχανάς είναι τώρα πια ένα εκλεκτό πιάτο που σερβίρεται με περηφάνια στα μικρά, χουχουλιάρικα, ταπεινά εστιατόρια, που όλοι πλέον προτιμούν.    

Δε λέω. Είναι καλό να μαζευόμαστε. Σ’ αυτά τα μικρά είναι η ουσία. Αλλά δεν ήταν ανάγκη να μας επιβληθούν με τέτοιον τρόπο. Δεν ήταν ανάγκη να μας τα πλασάρει η διαφήμιση. Δεν είναι πολυτέλεια και δεν είναι περιττό να έχεις τη δυνατότητα να πας ταξίδι, να έχεις ένα καλό σπίτι, να φας και κάτι άλλο, εκτός από τραχανά και όλα αυτά που τελειώνουν σε –άκι. Αρκεί να μπορείς.

Το θέμα είναι ότι δεν μπορούμε. Το άλλο θέμα είναι ότι δεν μπορούσαμε ούτε όταν τα κάναμε. Το ζητούμενο είναι να μπορέσουμε. Να μπορέσουμε να ζήσουμε. Να έχουμε τα μέσα που χρειάζονται για να ζήσουμε. Κι αυτά τα μέσα δεν είναι μόνο οικονομικά. Είναι και αυτά που θα μας κάνουν να σκεφτούμε τι πραγματικά χρειαζόμαστε για να κάνουμε καλύτερη τη ζωή μας. Να έχουμε την άνεση, αλλά όχι τη μεγαλομανία. Να έχουμε την παιδεία που μας έλειπε όταν μας μοίραζαν λεφτά.   

Δεν ξέρω αν όλα αυτά τα μαθήματα συνέβαλαν στο να αποκτήσουμε αυτήν την παιδεία. Ίσως κάποιοι, μόλις σταματήσει αυτή η αναγκαστική στέρηση, να ξαναγυρίσουν στα παλιά τα μεγαλεία. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που δεν μπαίνει ένα τέλος σε όλα αυτά τα μικρά και λίγα που αναγκαζόμαστε να ζούμε. Εμείς θα τα τελειώσουμε. Όταν θα είμαστε έτοιμοι.