Η επίμονη κι αυστηρή στάση του Βερολίνου

Της Ξένιας Κουναλάκη

«Αποδίδουμε μεγάλη σημασία στο να παραμείνει ενεργό το ΔΝΤ», δήλωνε στην «Κ» τον Απρίλιο, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. «Η Ελλάδα θα χρειαστεί αναμφίβολα νέα βοήθεια» και εξ ορισμού «οιαδήποτε βοήθεια από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό διάσωσης μπορεί να υπάρξει μόνο υπό προϋποθέσεις». Για πολλά μπορεί να κατηγορήσει κανείς τον ισχυρό άνδρα της Ευρώπης, όχι όμως για ασυνέπεια. Τα ίδια ακριβώς λόγια ακούει κανείς σήμερα, επτά μήνες μετά τη συνέντευξή μας με τον κ. Σόιμπλε, μιλώντας με υψηλά ιστάμενα στελέχη του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών και της Καγκελαρίας. «Δεν μπορείτε να σταθείτε μόνοι σας στις αγορές. Χρειάζεστε νέα βοήθεια με τη μορφή γραμμής πίστωσης με ενισχυμένες προϋποθέσεις (ECCL)», είναι κωδικοποιημένη η γραμμή του Βερολίνου. «Δεν πρόκειται να αφήσουμε την Ελλάδα ούτε μια μέρα χωρίς πρόγραμμα», διαβεβαίωνε πρόσφατα τους συνομιλητές του σε κατ’ ιδίαν συνάντηση έτερος αξιωματούχος της Wilhelmstraße, όπου στεγάζεται το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών στο Βερολίνο.

Μιλώντας στην «Κ», στέλεχος της Καγκελαρίας επιβεβαίωνε ότι ανάλογο –και ίσως και σκληρότερο– είναι το μήνυμα της Αγκελα Μέρκελ προς την Αθήνα. Ενας πιθανός εκβιασμός με το επιχείρημα «δεν θα καταφέρετε να περάσετε το αίτημα για νέα χρηματοδότηση από το εθνικό σας Κοινοβούλιο», αποκηρύσσεται μετά βδελυγμίας. «Για να κρατήσουμε το ΔΝΤ μέσα στην υπόθεση (αδιαπραγμάτευτος όρος για το Βερολίνο), στηρίζουμε ως καλύτερη δυνατή λύση την παράταση του προγράμματος και είμαστε πρόθυμοι να ζητήσουμε νέα λεφτά για την Ελλάδα στο Bundestag», είναι η απάντηση του Βερολίνου.

Δεν συγκινούνται

Ούτε καν η δαμόκλειος σπάθη του πολιτικού ρίσκου μοιάζει να συγκινεί τους Γερμανούς αξιωματούχους. «Αν κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ τις επόμενες εκλογές, απλώς θα πρέπει να μάθει να συνεργάζεται με τον κ. Σόιμπλε», λένε γελώντας ειρωνικά. Στις αιτιάσεις των ελληνικών ΜΜΕ, ότι στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις ο σκληρός παίκτης είναι η Γερμανία και δη ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, η αντίδρασή τους είναι εξίσου σκωπτική: «Πρέπει να καταλάβετε ότι η Γερμανία δεν αποφασίζει μόνη της. Υπάρχει η αξιολόγηση της τρόικας, ο ρόλος του ΔΝΤ και η Ε.Ε. Σταματήστε να αναζητείτε διαρκώς μπαμπούλες», είναι η συμβουλή τους.

Περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης στο ελληνικό ζήτημα μοιάζει πλέον να διαθέτει ο –ούτως ή άλλως αποδυναμωμένος από την πρόσφατη πρόταση μομφής εναντίον του– πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ, ο οποίος μόλις τολμήσει να διαφοροποιηθεί αναχαιτίζεται πάραυτα από τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Χαρακτηριστική περίπτωση η δήλωσή του πως δεν σκοπεύει να επιβάλει κυρώσεις σε Γαλλία και Ιταλία για την υπέρβαση των στόχων του προϋπολογισμού τους. Μία μέρα αργότερα, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών έσπευσε να τον επαναφέρει στην τάξη, θυμίζοντας την ιερή αγελάδα της τήρησης των δημοσιονομικών κανόνων. Ως κόντρα Γιουνκέρ - Σόιμπλε ερμήνευσε τις αντεγκλήσεις η Deutsche Welle, παρόλο που ο Σόιμπλε υπήρξε εξαιρετικά ήπιος στις διατυπώσεις του για τα δικά του δεδομένα.

Πάντως ο αναβαθμισμένος ρόλος της Γερμανίας στην Ευρώπη δεν αποτελεί ελληνική ιδεοληψία. Σε πρόσφατο άρθρο του στη Wall Street Journal, ο αναλυτής της έγκυρης αμερικανικής εφημερίδας Στίβεν Φίντλερ γράφει πως «ο βασικός λόγος που η Γερμανία διαπομπεύεται ως ηγεμονική δύναμη στις Βρυξέλλες ίσως είναι ότι αυτό συμβαίνει». «Το Βερολίνο ανέκαθεν κρατούσε το τιμόνι στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, ουδέποτε όμως στον βαθμό που το κάνει σήμερα», επισημαίνει.

Η γλώσσα την οποία μιλούν καλά τόσο ο επικεφαλής της Κομισιόν, Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ, όσο και ο πρόεδρος του συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, είναι τα γερμανικά. Γύρω τους συνωστίζονται διάφοροι Γερμανοί σε ποικίλες θέσεις, από τον πρόεδρο του ενισχυμένου Ευρωκοινοβουλίου, Μάρτιν Σουλτς, μέχρι τους επικεφαλής στις γραμματείες του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου, Κλάους Βέλε και Ούβε Κορσέπιους, πρώην στενός συνεργάτης της Μέρκελ. «Διστακτικό ηγέτη» αποκαλεί τη Γερμανία από την πλευρά του ο Βρετανός Στίβεν Γκριν, πρώην επικεφαλής της τράπεζας HSBC και τέως υπουργός Εμπορίου, στο ομώνυμο βιβλίο του. Κατά τη γνώμη του η απροθυμία του Βερολίνου να αναλάβει ηγεμονικό ρόλο έχει σχέση με το παρελθόν της χώρας, αφού έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την πρόσφατη σκοτεινή ιστορία της.