Ετσά τόθελε ο Γιαραμπής

της Αθηνάς Τζολάκη

Ήρθε εκείνη η μέρα, το 1923, να γίνει η ανταλλαγή πληθυσμών στην Κρήτη και να φύγουν όσοι δεν έφυγαν άρον-άρον το 1889 ή το 1913. Ένα μουσουλμανάκι, ένα μικρό Τουρκοκρητικάκι, που δουλειά του ήταν να πουλά κουλούρια, εκείνη τη μέρα δεν ήθελε να φύγει, είπε δεν πάω ποθές και κρύφτηκε σε μιαν αποθήκη. Οι δικοί του αφού το βρήκαν, με μεγάλο κόπο, το έβαλαν και αυτό πάνω στο κάρο που θα τους πήγαινε στο λιμάνι. Το παιδί σε όλο τον δρόμο, όρθιο, φώναζε, ετσά τόθελε ο Γιαραμπής!

Αλλά, ετσά τόθελε ο Γιαραμπής όχι μόνο για το Τουρκοκρητικάκι αλλά και για τον Χασάν Μπέϋ, που παρά τις έντονες προσπάθειές του, να εξαιρεθεί της ανταλλαγής, ήρθε η ώρα να αφήσει την πατρίδα του, να πουλήσει ότι μπορούσε, να πάρει τις κόρες του και να φύγει με βαριά καρδιά, και με κατεύθυνση την Κωνσταντινούπολη. Η Σαντέτ Χανούμ όμως, η γυναίκα του, δεν θα τους ακολουθούσε, γιατί εδώ και τέσσερα πέντε χρόνια είχε φύγει προς το αντίθετο σημείο του χάρτη, προς Δυσμάς. Πόση πίκρα και αναστάτωση είχε προκαλέσει τότε αυτή η απόφασή της !Τα μαλλιά του Χασάν είχαν ασπρίσει, από την στεναχώρια, σε ένα βράδυ, γιατί εκτός από την προσωπική του οδύνη έπρεπε να υποστεί και τον εξευτελισμό που είχαν χωρίς καθυστέρηση, επινοήσει κάποιοι άνθρωποι του λαού. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ξανακούσει πιο δηλητηριώδες σκωπτικό τραγούδι, τόσο που διστάζω να το επαναλάβω και θα το κάνω μόνο για να νιώσετε το μέγεθος της στενοχώριας του. Χτυπούσαν λοιπόν τα νταούλια κάτω από το σπίτι του και τραγουδούσαν :

Χασάν εφέντι πρόβαλε απ΄τσι Εφτά Μπαλτάδες για νάδεις τη Σαντέτη σου με τσι Φραγκοπαπάδες. Κι όλα αυτά σου τάκανε του Αμάμπιλε η Ασούντα που πάντοτε σου έλεγε κάνε αυτό που σούπα.

Από τα λίγα που ξέρω από τις πηγές μου, η Σαντέτ είχε ακολουθήσει έναν Ιταλό αξιωματικό του Ναυτικού που γνώρισε στο κοσμικό σαλόνι κάποιας λεβαντίνας Ασούντας. Ο Ιταλός τρελάθηκε με την ομορφιά της όταν την είδε κατά τύχη χωρίς το κάλυμμα του προσώπου της, και άρχισε την πολιορκία. Οι κακές γλώσσες λένε ότι τόσπρωξε και λίγο η Ασούντα. Ο παλιός κόσμος στην Κρήτη πέθαινε και ο εξευρωπαϊσμός είχε τα θύματά του. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι ώθησε την Σαντέτ να κάνει κάτι τόσο ακραίο. Θα μπορούσαμε να την φανταστούμε σαν μιαν άλλη Νόρα του Ίψεν, με ανεκπλήρωτο και υποτιμημένο δυναμικό που αποφάσισε να είναι ειλικρινής και ασυμβίβαστη. Θα μπορούσε όμως να είναι και κάτι πιο απλό όπως ένας κεραυνοβόλος έρωτας ή μια επιθυμία να ζήσει το Ευρωπαϊκό όνειρο. Ας μην την κρίνουμε. Εξάλλου η Νόρα έφυγε και δεν ξέρουμε τι απόγινε, η Σαντέτ αντιθέτως ξέρουμε ότι σε πολύ μικρό διάστημα πέθανε στην Ιταλία.

Ήταν όμως ο Χασάν ένας άλλος Τoρβάλντ; ΄Ενας χορηγός, ένας σύζυγος πατέρας, που θεωρεί την σύζυγό του παιδί και κούκλα και υπήκοο; Πιθανόν, γιατί έτσι ήταν τότε πολλοί σύζυγοι. Όμως δεν το γνωρίζουμε, και οι υποθέσεις μπορεί και να τον αδικούν. Τι και αν έψαξα, δεν μπόρεσα τελικά να μάθω κάτι παραπάνω για τον χαρακτήρα του Χασάν Μπέϋ, πέρα από αυτά που ήξερα, ότι δηλαδή ήταν αριστοκράτης φιλοπρόοδος, γενικά αγαπητός και σεβαστός. Οι προσπάθειές μου να βρω κάτι επιπλέον στον τύπο της εποχής ή στο διαδίκτυο, να εξιχνιάσω την δραματική αυτή ιστορία, απέφεραν μηδαμινό αποτέλεσμα. Έπεφτα συνέχεια πάνω στην γνωστή πληροφορία που ήδη είχα και που υπάρχει σε όλα τα βιβλία Ιστορίας της Τρίτης Λυκείου, ‘και ο Χασάν Σκυλιανάκης της Δημόσιας Διοίκησης’ υπουργός δηλαδή στην κυβέρνηση της Κρητικής Πολιτείας και ο μόνος μουσουλμάνος μέσα σ αυτήν. Με κόπο βρήκα μία ακόμη ιστορική λεπτομέρεια που τον αναφέρει να πίνει καφέ - μάλλον με την ιδιότητα του εκπροσώπου της κοινότητας των Τουρκοκρητικών Ηρακλείου -παρέα με τον Σερ Άλφρεντ Μπιλλιώτι τον Βρετανό πρόξενο και ο Ύπατος Αρμοστής Πρίγκιπας Γεώργιος να γίνεται έξαλλος γι’ αυτό. Πάντως την ανάμιξή του στην κυβέρνηση της Κρητικής Πολιτείας την πλήρωσε με αποκλεισμό από το Κεμαλικό κατεστημένο. Στην Κωνσταντινούπολη αν και ευκατάστατος, για να μην μείνει άεργος, έγινε επιστάτης, σε ένα κολέγιο αρρένων, δεν γνωρίζω σε ποιό. Παντρεύτηκε μια απλή κοπέλα και έκανε έναν γιο. Η αλληλογραφία που είχαν οι κόρες του Χασάν Μπέυ, αφού έφυγαν από την Κρήτη, με την παλιά φίλη και συμμαθήτριά τους στο Γαλλικό σχολείο Ηρακλείου, την Μαρία, δυστυχώς χάθηκαν. Μόνο κάποιες μνήμες διασώθηκαν και έτσι έφτασε αυτή η ιστορία μέχρι σε μένα και σας την διηγήθηκα. Ετσά τόθελε ο Γιαραμπής, ετσά και έγινε.

Η Μαρία το 1933 συνάντησε τις κόρες του Χασάν Μπέυ, στο Ξενοδοχείο Σίτυ Παλλάς στην οδό Σταδίου, όπου διέμειναν για λίγες μέρες. Γαλλίδες γκραν -ντάμ σωστές είχαν γίνει έλεγε. Έλεγε επίσης, όταν τις θυμόταν, ωραιότερο φαγητό από το σπίτι του Χασάν Μπέυ δεν έχω ξαναφάει, του κόσμου τα καλά, ιδιαίτερα τα Μπαϊράμια, τα Ραμαζάνια εμένα με κερνούσαν και κατά την διάρκεια της ημέρας, αφού ήμουν Χριστιανάκι, δεν ήμουν Μουσουλμάνα.