Γιατί γράφουμε ιστορίες;

του Αλέξανδρου Ντερπούλη

Τί είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να δημιουργεί ιστορίες; Το ερώτημα αυτό είναι η δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια όλων των επίδοξων συγγραφέων. Και η απάντηση έχει να κάνει πάντα με το στόχο του καθενός. Εξαρτάται τι θέλει ο καθένας να πετύχει και που αποσκοπεί.

Γράφουμε γιατί μέσα από τη λογοτεχνία και το θέατρο μπορούμε να εκφράσουμε και να εκφραστούμε. Η ιστορίες πάντα υπήρξαν το καλύτερο μέσο ώστε να ειπωθούν πανανθρώπινες αξίες και σκέψεις. Να διατυπωθούν απόψεις χωρίς να παίρνουν τη μορφή δοκιμίου και μανιφέστου.

Μπορεί οι «ιστορίες» μας, η λογοτεχνία ή το θεατρικό κείμενο να κάνουν πολιτική και έμμεσα να υποστηρίξουν ιδέες και απόψεις που σε αντίθετη περίπτωση θα μπορούσαν να (υπό) πέσουν στην κριτική του πολιτικού λόγου που είναι τις περισσότερες φορές αναξιόπιστος. Φωτεινή εξαίρεση ο Σαρτρ.

Οι ιστορίες προβληματίζουν χωρίς να προσπαθούν να διδάξουν. Δε δίνουν λύσεις , παρά μόνο δείχνουν πιθανούς δρόμους προς τη λύτρωση. Τόσο για τους ήρωες όσο και για τους αναγνώστες και θεατές αλλά και για τον ίδιο το συγγραφέα.

Το να γράφεις δεν είναι δείγμα ματαιοδοξίας όπως πιστεύουν αρκετοί. Ο ματαιόδοξος νοιάζεται για τα ασήμαντα και τα μάταια. Και κάποιος που γράφει , γράφει γιατί έχει κάτι σημαντικό να πει και να εκφράσει.

Δεν υπάρχουν εύκολα ή δύσκολα αναγνώσματα. Υπάρχουν ορατά ή όχι νοήματα και μηνύματα μέσα από καθημερινές ιστορίες ανεξάρτητα με τον τρόπο γραφής του κάθε συγγραφέα. Δεν είναι εύκολο όσο κι αν έτσι ακούγεται. Η απλή καταγραφή γεγονότων , υπερβολικά συναισθηματικών,  χυδαίων ή άλλων,  χωρίς να υπάρχει αντιστοιχία στους χαρακτήρες, δεν είναι λογοτεχνία. Είναι πρόθεση για εύκολη αναγνώριση και κέρδος. Και είναι πολύ συνηθισμένο στις μέρες μας.

Ποιος πραγματικά θέλει να γίνει συγγραφέας;

Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι το έχει πει με τον καλύτερο τρόπο στο “Ώστε θες να γίνεις συγγραφέας;” και το βιβλίο του αυτό είναι μάλιστα ένας πολύ καλός οδηγός για έναν φέρελπι συγγραφέα: Πως ξεκινά, ποια η πρόθεσή του και ποιος ο σκοπός του.

Χωρίς να λέω ότι υπάρχουν νόμοι και κανόνες, υπάρχουν όμως συμβουλές που μπορούν να φανούν χρήσιμες σε όποιον θέλει να αρχίσει να γράφει. Η υπερβολική θεωρία όπως και η παντελής άγνοια της μπορεί να έχει εξίσου καταστροφικά αποτελέσματα στο γράψιμο οποιασδήποτε μορφής του γραπτού λόγου.

Υπάρχει βέβαια και το ζήτημα της θεματολογίας που θα «προσελκύσει» το αναγνωστικό κοινό. Οι εύκολες αισθηματικές ιστορίες σίγουρα, η reality «λογοτεχνία» επίσης. Μια αφήγηση που βασίζεται σε απολύτως πραγματικά γεγονότα με τη συναισθηματική φόρτιση που χαρακτηρίζει οποιαδήποτε προσωπική εξομολόγηση θεωρείται λογοτεχνία;

Ένα καλά γραμμένο, συναισθηματικό, πραγματικό γεγονός, είναι απόδειξη πως ο γράφων μπορεί να επικοινωνήσει στους άλλους όσα ο ίδιος έζησε με την παραμικρή λεπτομέρεια. Όμως δεν επαρκεί για να το χαρακτηρίσεις ως μυθιστόρημα, γιατί απλά δεν είναι. Είναι όμως βιογραφία ή αυτοβιογραφία, ένα είδος που έχει πολύ αγαπηθεί στην ιστορία της λογοτεχνίας.  

Παρ όλα αυτά όλοι παλεύουν στο ρινγκ της αναγνώρισης, του κέρδους και των πολλαπλών εκδόσεων όλες οι απόπειρες δημιουργικής γραφής. Όλοι όσοι γράφουμε ζητάμε την «αναγνώριση»  και την επιτυχία - και ίσως όλοι να βάζαμε νερό στο κρασί μας για να την πετύχουμε... Ίσως!

Κανείς δεν αμφισβητεί όμως, όπως είχε πει ο Τσέχωφ: Γράφουμε γιατί αυτό ξεπηδά λεύτερα μέσα από την ψυχή μας...

Ή έτσι θα έπρεπε να γίνεται!

 

Ο Αλέξανδρος Ντερπούλης είναι συγγραφέας του μυθιστορήματος  «Κόστα Ρίκα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ΜΙΝΩΑΣ»